Εισαγωγή: Γιατί ασχολούμαστε την σήμερον ημέραν με την Ισπανική Επανάσταση;

«ο αναρχισμός και ο επαναστατικός συνδικαλισμός στερούνται γενικώς μιας ευρείας αντίληψης των προβλημάτων πολιτικού προσανατολισμού, χωρίς την οποία ακόμη και το πιο ισχυρό και το πιο ηρωικό επαναστατικό κύμα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία».
Χέλμουτ Ρέντιγκερ, AIT, «Κριτικό δοκίμιο για την ισπανική επανάσταση» (1940)

Επί πολλά χρόνια διατηρούσα την κλασσική αριστερή αντισταλινική άποψη, σύμφωνα με την οποία ύστερα από τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τον Μάιο του 1937 στην Βαρκελώνη –την συντριβή του αριστερού κεντριστικού POUM και την περαιτέρω περιθωριοποίηση των αναρχικών από τους σταλινικούς και από δυνάμεις που βρίσκονταν υπό την επιρροή των σταλινικών- η επανάσταση που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1936 είχε ουσιαστικά τελειώσει. Οι πηγές μου ήταν κλασσικά έργα όπως το «Φόρος τιμής στην Καταλωνία» του Όργουελ και η «Ισπανική Επανάσταση» του Μπόλοτεν. Από πολιτικής δε απόψεως αυτή η χρονολόγηση είναι σωστή. Ωστόσο, το δίτομο έργο του Ρόμπερτ Αλεξάντερ «Οι αναρχικοί στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο» και η μελέτη του Βάλτερ Μπέρνεκερ για τις εργοστασιακές και αγροτικές κολεκτίβες καταδεικνύουν ότι οι Ισπανοί αναρχικοί -οι οποίοι στην μεγάλη τους πλειοψηφία ήταν ένοπλοι εργάτες στην Καταλωνία, κυριαρχούσαν σε σημαντικές αγροτικές κολεκτίβες στην Αραγονία και έπαιζαν επίσης σημαντικό ρόλο στις ζώνες των Δημοκρατικών στο Λεβάντε, στην Εξτρεμαδούρα και στην Ανδαλουσία- παρέμειναν μια υπολογίσιμη κοινωνική και στρατιωτική δύναμη έως την λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, τον Μάρτιο του 1939, παρ’ όλο που ηττήθηκαν σε πολιτικό πεδίο τον Μάιο του 1937. Η εξόντωση της κατεξοχήν αναρχικής κοινωνικής επανάστασης, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1936 -εξόντωση που πραγματοποιήθηκε από τους σταλινικούς, τους σοσιαλιστές, τους αριστερούς ρεπουμπλικάνους και τους Καταλανούς εθνικιστές και τελικώς ολοκληρώθηκε από τους φασίστες- αποτελούσε έργο εν εξελίξει έως την τελική νίκη του Φράνκο.
Η Ισπανική Επανάσταση ήταν, υπό το φως αυτής της ιστορικής οπτικής, η πλουσιότερη και βαθύτερη κοινωνική επανάσταση του 20ού αιώνα. Ξαφνιάστηκα όταν διαπίστωσα ότι ο Λέοντας Τρότσκι, μείζων φυσιογνωμία της Ρωσικής Επανάστασης και διόλου φίλος του αναρχισμού, έγραφε το 1937:
«Από την πρώτη μέρα της επανάστασης, χάριν του ειδικού βάρους του στην οικονομία αυτής της χώρας, του πολιτικού και του πολιτιστικού του επιπέδου, το (ισπανικό) προλεταριάτο δεν βρίσκεται κάτωθεν αλλά άνωθεν του επιπέδου στο οποίο ευρίσκετο το ρωσικό προλεταριάτο κατά την έναρξη του 1917». Εις πείσμα όλων των παραγόντων (διεθνών, πολιτικών και στρατιωτικών) που συντελούσαν στον αφανισμό της, η ισπανική εργατική τάξη και μερίδες της αγροτιάς στις ζώνες των Δημοκρατικών έφθασαν στην πλησιέστερη προσέγγιση μιας αυτοδιοικούμενης κοινωνίας που επιτεύχθηκε ποτέ στην ιστορία, η οποία εξέλαβε διαφορετικές μορφές σε διάστημα πλέον των δυόμιση ετών. Η Καταλωνία το 1936 ήταν κατά πολύ περισσότερο βιομηχανική από ότι η Ρωσία το 1917 και οι αγρότες της Καταλωνίας, της Αραγονίας και του Λεβάντε που το 1936 έφτιαξαν κολεκτίβες ως επί τον πλείστον υποστήριξαν ολόψυχα την επανάσταση εν αντιθέσει με την απρόθυμη υποστήριξη που παρείχαν οι Ρώσοι αγρότες στους Μπολσεβίκους βλέποντάς τους ως το μικρότερο κακό σε σχέση με τους Λευκούς.
Η εμπειρία αυτή και η σημασία που αυτή εμπεριέχει δεν έχουν αφομοιωθεί πλήρως από την σύγχρονη επαναστατική Αριστερά. Ρεύματα που αυτοχαρακτηρίζονται ως αναρχικά και αναρχοσυνδικαλιστικά έχουν εμφανιστεί τις τελευταίες δεκαετίες σε διάφορα μέρη της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, αν και ούτε καν μπορούν να συγκριθούν με τον αριθμό και την εμβρίθεια των «ιστορικών» Ισπανών αναρχικών και αναρχοσυνδικαλιστών από το 1868 έως το 1939, ούτε, πάνω απ’ όλα, με τις ρίζες που αυτοί διέθεταν στην εργατική τάξη και στις λαϊκές μάζες. Για πολλούς από αυτούς η «Ισπανία» είναι μια ιστορική αναφορά (η οποία έχει συχνότερα συμβολική σημασία παρά αποτελεί αντικείμενο σοβαρής μελέτης και πηγή άντλησης διδαγμάτων) με τον ίδιο τρόπο με τον οποίον πολλοί μαρξιστές αναφέρονται στην «Ρωσία». Η Ισπανία αποτέλεσε την υπέρτατη ιστορική δοκιμασία για τον αναρχισμό, ο οποίος απέτυχε, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίον η Ρωσία, μέχρι σήμερα, αποτελεί την υπέρτατη δοκιμασία τουλάχιστον για τον λενινισμό, αν όχι για τον ίδιο τον μαρξισμό.
Όμως, το κύριο μέλημά μου δεν είναι να ασχοληθώ κριτικά με τον σύγχρονο αναρχισμό, παρά μόνο παρεμπιπτόντως λόγω των λαθών του αναρχισμού στην Ισπανία. Τα αληθινά διδάγματα της Ισπανικής Επανάστασης της περιόδου 1936-1939 για το παρόν είναι τουλάχιστον δύο. Πρώτον, η συγκεκριμένη ανάληψη της διοίκησης μιας αρτισύστατης σύγχρονης βιομηχανικής περιοχής, της Καταλωνίας, από εργατικές εργοστασιακές κολεκτίβες, οι οποίες επεχείρησαν μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες και μέσα σε μία κατάσταση κατά την οποία δεχόντουσαν επίθεση από όλες τις μεριές, να προχωρήσουν από ένα αρχικώς αυθόρμητο και τοπικό επίπεδο σε έναν περιφερειακό και πανεθνικό συντονισμό σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ανάληψη της διαχείρισης της γεωργίας από αγροτικές κολεκτίβες με παρόμοιες προσπάθειες συντονισμού πέραν της τοπικής κλίμακας. Δεύτερον, και στενά συνδεδεμένο με το πρώτο, είναι η πολιτική διάσταση του «στρατιωτικού ζητήματος», της υπεράσπισης και επέκτασης της επανάστασης απέναντι στην εγχώρια και διεθνή αντεπανάσταση. Η επανάσταση χάθηκε τόσο εξαιτίας της βαθμιαίας καταστροφής των εργατικών και αγροτικών κολεκτίβων όσο και εξαιτίας της αντικατάστασης των ένοπλων πολιτοφυλακών και των αστεακών περιπόλων από τις παραδοσιακές δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας. Μερικοί αναρχικοί ηγέτες ενεπλάκησαν και στις δύο διαδικασίες και οι κατ’ εξοχήν «πραγματιστικοί» λόγοι αυτού του γεγονότος είναι ένα από τα σημεία στα οποία επικεντρώνεται η μελέτη μου. Επιπλέον, οι αριστεροί στρατιωτικοί θεωρητικοί, όπως ο «αναρχομαρξιστής» Αμπραάμ Γκιγιέν, έχουν καταδείξει ότι το πολιτικό ζήτημα ήταν κατά πολύ σημαντικότερο από την δύναμη πυρός και έχουν παραθέσει αριθμητικά στοιχεία για τον καθορισμό της έκβασης των διαφόρων μαχών του Εμφυλίου Πολέμου.
Τέλος, δεν γράφω για τον ισπανικό αναρχισμό για λόγους ιστορικής ηθοπλασίας ή αρχαιοφιλίας, αλλά για να θέσω το ζήτημα, το οποίο είχε θέσει ήδη ο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν και το οποίο γενικώς αγνοήθηκε από την σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά και αφορά το ζήτημα του πώς προετοιμαζόμαστε σήμερα, προγραμματικά και πρακτικά, για την ανάληψη της διοίκησης μιας κοινωνίας η οποία προέρχεται από μια σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία, όπου, σε αντίθεση με την Ισπανία του 1936, ύψιστη προτεραιότητα θα πρέπει είναι ο τερματισμός της λειτουργίας τομέων που είναι κοινωνικά ανωφελείς και επιβλαβείς.

Ι. Θέσεις

1. Η ιστορία των απαρχών και της εξέλιξης της Ισπανικής Επανάστασης της περιόδου 1936-39 και ειδικά της αναρχικής της πλειονότητας είναι τόσο σύνθετη όσο η ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, αν όχι μάλιστα και περισσότερο από αυτήν. Η πρώτη είναι κατά πολύ λιγότερο γνωστή παγκοσμίως από την δεύτερη, επειδή η Ρωσική Επανάσταση είχε μια κατά πολύ μεγαλύτερη διεθνή προβολή και επειδή η ήττα του αναρχισμού στην Ισπανία ολοκλήρωσε μια επί δεκαετίες διαδικασία επισκίασης αυτού του ρεύματος από τον σημαντικά πιο εκτεταμένο γενικό αντίκτυπο που άσκησε ο σοβιετικός και άλλοι «σοσιαλισμοί».
Η Ισπανία, ύστερα από την τελική απώλεια των τελευταίων αποικιών της από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1898, ήταν, ακόμη και το 1936, μια κατά βάση αγροτική χώρα με θύλακες βιομηχανικής ανάπτυξης κυρίως στην Καταλωνία, τις βασκικές επαρχίες και τα ορυχεία στις Αστούριες. Παρ’ όλα αυτά, η Ισπανία γνώρισε την πρώτη της γενική απεργία το 1855 και η εργατική τάξη αποτελούσε ενεργό δύναμη κατά την διάρκεια της εφήμερης Πρώτης Δημοκρατίας (1873-74). Η Ισπανία, εν ολίγοις, είχε επηρεαστεί από τις εξελίξεις στην Δυτική Ευρώπη αμεσότερα και ενωρίτερα απ’ ό,τι η Ρωσία. Στην Ισπανία υπήρχε σοσιαλιστικό κόμμα από το 1879, το οποίο διέθετε εργατική βάση στις Αστούριες και στην Μαδρίτη, αλλά η χώρα εισήλθε στον 20ό αιώνα, και μάλιστα στην επαναστατική κρίση της δεκαετίας του 1930, με ένα κατά πολύ μεγαλύτερο αναρχικό και αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο χρονολογείται από το 1868, ειδικά στην Καταλωνία και την Ανδαλουσία.

2. Η κατανόηση αυτής της «ανωμαλίας» της ύπαρξης δηλαδή ενός μαζικού αναρχικού κινήματος στην ισπανική βιομηχανία και γεωργία το 1936, όταν ο αναρχισμός είχε σε μεγάλο βαθμό παραγκωνιστεί από τον σοσιαλισμό και ύστερα από τον κομμουνισμό στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης (ξεκινώντας από την κοντινή Γαλλία και Ιταλία)- αποτελεί βασικό, αν όχι το βασικότερο, ζήτημα για την κατανόηση των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της Ισπανικής Επανάστασης. Ο Τζέραλντ Μπρέναν στο κλασσικό του έργο τονίζει την ιστορική αποκέντρωση της Ισπανίας όπου πολλαπλές περιοχές βρίσκονται σε σταθερή φυγόκεντρη αντίθεση με τον τεχνικό συγκεντρωτισμό της Μαδρίτης ως μείζων παράγοντα στον οποίον οφείλεται η συνεχής προσφυγή στον αντικρατικό αναρχισμό, πάνω απ’ όλα εκεί που απουσίαζαν ή ήταν λίγοι οι ευκατάστατοι μικροκτηματίες αγρότες. Ο σοσιαλισμός, υπό την μορφή του PSOE, ήταν ένα κοινό εγχώριο αντίγραφο των κατά πολύ ωριμότερων βορειοευρωπαϊκών κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς, τουτέστιν του γαλλικού και του γερμανικού. Αν το ιστορικό σχίσμα διεθνώς μεταξύ αναρχικού και μαρξικού σοσιαλισμού, που έλαβε χώρα το 1872, προήλθε από την μαρξική εμμονή στην πολιτική δράση και στον συνδικαλισμό, η απουσία σταθερής αστικής δημοκρατίας στην Ισπανία δεν παρείχε τις συνθήκες για να ριζώσει μια τέτοια ρεφορμιστική δραστηριότητα. Ο ισπανικός αναρχισμός κατά τις πρώτες δεκαετίες της ύπαρξής του συμμετείχε σε δραστηριότητες που οργανώνονταν στην παρανομία, όπως οι αναρίθμητες τοπικές αγροτικές εξεγέρσεις στην Ανδαλουσία, οι οποίες καταστέλλονταν επειδή έμεναν απομονωμένες, ή σε αιφνιδιαστικές απεργίες κατά των βιομηχανικών επιχειρήσεων όπου οι εργατικές οργανώσεις διέθεταν μικρή νόμιμη εμπειρία και ελάχιστα χρήματα στο απεργιακό τους ταμείο, αν είχαν.

3. Ταυτόχρονα, ο αναρχισμός και ο αναρχοσυνδικαλισμός στην Ισπανία εντυπωσίαζαν αρκετά με τον πλούτο τους. Ο όρος «αναρχισμός» αναφέρεται στο μπακουνινικό τοπικό στασιαστικό πνεύμα των προηγουμένων δεκαετιών και κατόπιν στην απεγνωσμένη ατομική τρομοκρατία των αρχών και των μέσων της δεκαετίας του 1890, ενώ ο «αναρχοσυνδικαλισμός» αναφέρεται στην μεταγενέστερη εστίαση στην μαζική οργάνωση, αφότου αυτές οι προγενέστερες μορφές πάλης αποδείχθηκαν ατελέσφορες. Το κίνημα απέδιδε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση και διέθετε πάμπολλες εφημερίδες, είχε «ορθολογιστικά» σχολεία και πολιτιστικά κέντρα (τα επονομαζόμενα ateneos), εξέδιδε πολυάριθμα βιβλία και φυλλάδια, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και μεταφράσεις έργων του Μπακούκιν, του Μαλατέστα, του Κροπότκιν και του Ρεκλύ. Ο Μπρέναν αναφέρει αγρότες που περνούσαν από αγροτικές οδούς καβάλα στο γάιδαρο διαβάζοντας αναρχική φιλολογία και ο Ντίαθ ντελ Μοράλ στο κλασσικό του έργο περιγράφει αγράμματους χωρικούς να απομνημονεύουν τα αγαπημένα τους άρθρα για να τα εκφωνήσουν ενώπιον εκστατικών ακροατηρίων σε απομακρυσμένα χωριά. Την διετία 1918-1920 η απλή έλευση της είδησης της Ρωσικής Επανάστασης προκάλεσε εξεγέρσεις σε μερικά από αυτά τα μέρη στην Ανδαλουσία, στον νότο.

4. Η μελέτη της αναρχικής ιδεολογίας καταδεικνύει κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία διατηρήθηκαν έως την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο. Ο αναρχισμός γίνεται αντιληπτός ως μια ορθολογιστική θεωρία, ως μια ακραία εκδοχή της ριζοσπαστικής σκέψης του Διαφωτισμού. Εν μέρει λόγω της ρήξης της με τον «αυταρχικό» μαρξισμό η αναρχική θεωρία δεν παρουσιάζει κάποια εμπλοκή με την εξέλιξη της φιλοσοφίας στην Γερμανία μετά την εποχή του Διαφωτισμού, από τον Χέγκελ στον Μαρξ διαμέσου του Φόιερμπαχ. Ο μαρξισμός, καθώς υποστήριζε την ανάγκη ύπαρξης μιας μεταβατικής «δικτατορίας του προλεταριάτου», ήταν για τους αναρχικούς μια «κρατικιστική» κοσμοαντίληψη και ήταν πράγματι συγκεντρωτικός. Ο αναρχισμός, αντιθέτως, ήταν κατά του συγκεντρωτισμού και υπέρ του φεντεραλισμού. Ήταν επίσης καθ’ ολοκληρίαν αθεϊστικός, αλλά εστερείτο μιας κατανόησης της θρησκείας, της «καρδιάς ενός άκαρδου κόσμου», όπως την βρίσκει κανείς στον Μαρξ. Δεν διέθετε καμία αντίληψη περί ιστορικής εξέλιξης ή μια στρατηγική που να απορρέει από αυτήν την εξέλιξη. Η δυνατότητα δημιουργίας μιας κοινωνίας ισότητας είναι πάντοτε παρούσα, από την στιγμή που θα απομακρυνθούν ο γαιοκτήμονας, ο παπάς, ο αστυνομικός και ο συμβολαιογράφος, ανεξαρτήτως της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», την οποία επικαλούνται οι μαρξιστές. Ως εκ τούτου ο αναρχισμός δεν δίνει μεγάλη σημασία στην πραγματοποίηση μιας συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης πραγματικότητας ή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας όπως την ανέπτυξε ο Μαρξ στα Grundrisse και στο «Κεφάλαιο». Όπως το αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γκυ Ντεμπόρ, «ο αναρχισμός έχει ένα ιδεώδες για να πραγματοποιήσει». Ο Μαρξ, αντιθέτως, λέει στο «Μανιφέστο» ότι ο κομμουνισμός «δεν είναι ένα ιδανικό που ξεπήδησε από το κεφάλι κάποιου παγκόσμιου αναμορφωτή» και εντοπίζει την εμμένεια της νέας κοινωνίας στο «πραγματικό κίνημα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας». Λέξεις όπως η «ιδέα», το «ιδεώδες μας» ή η «δικαιοσύνη» είχαν διαποτίσει την αναρχική ιδεολογία καθ’ όλο το διάστημα του Εμφυλίου Πολέμου. Αυτό απηχεί τις θεωρίες του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα περί Ανθρώπου, αποκομμένου από κάθε ιστορική εξέλιξη ή ιδιαιτερότητα. Ο Ντίαθ ντελ Μοράλ αναφέρει ότι οι ανδαλουσιανοί αγρότες ρωτούσαν τον τοπικό γαιοκτήμονα πότε θα ξημερώσει η ημέρα της ισότητας για όλους. Ο αναρχισμός στην Ισπανία ασπάζετο σε μεγάλο βαθμό την ιδεολογία της «ιδιαίτερης πατρίδας» (patria chica), την απόδοση υπερβολικής σημασίας στο τοπικό στοιχείο, η οποία διαπότιζε –και ακόμη διαποτίζει- μέγα μέρος του ισπανικού τρόπου ζωής. Ήταν εύκολο το βήμα από την απόρριψη του συγκεντρωτισμού της Μαδρίτης στην απόρριψη του συγκεντρωτισμού του Μαρξ. Οι αναρχικοί κληρονόμησαν τον φεντεραλισμό του Πι υ Μαργάι, ο οποίος διετέλεσε επί μικρό χρονικό διάστημα επικεφαλής του κράτους κατά την Πρώτη Δημοκρατία και ήταν μαθητής του Προυντόν.
Πολλοί αναρχικοί περιφρονούσαν τις σοσιαλιστικές απεργίες για την απλή βελτίωση της οικονομικής κατάστασης, το «σχολείο αγώνα» της εργατικής τάξης κατά την άποψη του Μαρξ. Το όραμά τους για την νέα κοινωνία ήταν αυστηρών ηθών. Στα αναρχικά κοινωνικά κέντρα απαγορεύονταν ο καπνός, το αλκοόλ και η χαρτοπαιξία. Όπου μπορούσαν οι αναρχικοί έκλειναν τα μπορντέλα και κήρυτταν τον ελεύθερο έρωτα και την ελεύθερη ένωση εκτός γάμου. Σε μερικές περιπτώσεις έκλειναν τα καφενεία ως κέντρα ελαφρότητας και οκνηρίας. Οι αναρχικές «Ελεύθερες Μητέρες» (Mujeres Libres), που ιδρύθηκαν το 1934, αγωνίζονταν για πλήρη ισότητα μεταξύ των δύο φύλων, αλλά επέκριναν τον «φεμινισμό» ως ιδεολογία των μεσοαστών γυναικών. Ο Μπρέναν, που έζησε επί χρόνια στην αγροτική Ανδαλουσία και γνώρισε πολλούς αναρχικούς, μπορεί να υπερέβαλε όταν τους χαρακτήριζε «σύγχρονους λουθηρανούς» που αντιδρούν στην πολυτέλεια του ισπανικού καθολικισμού, αλλά είχε αντιληφθεί την από μέρους τους απερίφραστη απόρριψη της κατάπτωσης της αισθησιακής κουλτούρας που τους περιέβαλε. Είχαν μια αφελή πίστη στην επιστήμη και την τεχνολογία, την οποία πολλοί άνθρωποι σήμερα θα θεωρούσαν υπερβολική. Ορισμένοι από αυτούς ήταν γυμνιστές, χορτοφάγοι ή ωμοφάγοι και μελετούσαν εσπεράντο ως την παγκόσμια γλώσσα του μέλλοντος.

5. Αναμφιβόλως, πολλές από τις διχογνωμίες που είχαν διασπάσει το μαρξιστικό κίνημα, όπως η διάσταση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης, εμφανίστηκαν με διαφορετική αμφίεση μέσα στο αναρχικό κίνημα. Ύστερα από μια περίοδο κάμψης κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1880, ο αναρχισμός αναβίωσε και το 1888 πραγματοποιήθηκε σχίσμα μεταξύ του «εργατιστικού» και του «εξεγερσιακού» ρεύματος. Μακρά διαίρεση υπήρχε μεταξύ του «κολεκτιβιστικού αναρχισμού», που είχε επηρεαστεί από τον Μπακούνιν, και του «αναρχικού κομμουνισμού», που είχε εμπνευστεί από τον Κροπότκιν. Μια νέα άνοδος των μαζικών αγώνων κατά την «Τραγική Εβδομάδα» του 1909 στην Βαρκελώνη οδήγησε στην ίδρυση της αναρχοσυνδικαλιστικής CNT (Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας) το 1910, η οποία επικέντρωσε την προσοχή της, όπως τα περισσότερα συνδικαλιστικά κινήματα στην Ευρώπη της εποχής (Ιταλία, Γαλλία, Βρετανία, οι IWW στην Αμερική), στην στρατηγική της γενικής απεργίας ως την απαρχή για την δημιουργία μιας νέας κοινωνίας. Η επιρροή της CNT κορυφώθηκε αρχικά (πριν από το 1936) το 1919 με το κύμα των γενικών απεργιών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και δημιούργησε το ενιαίο συνδικάτο (sindicato único) για να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό μεταξύ ειδικευμένων και ανειδίκευτων εργατών, όπως έκαναν πάνω-κάτω και οι IWW.
Η ήττα της γενικής απεργίας (La Canadiense) στις αρχές του 1919 εγκαινίασε μια περίοδο ύφεσης και στα χρόνια της πτώσης του κινήματος που ακολούθησαν κυριάρχησε ο «γκανγκστερισμός» (pistolerismo) με την πραγματοποίηση εκατοντάδων δολοφονιών αντεκδίκησης μεταξύ εργοδοτών και εξεχόντων συνδικαλιστών αγωνιστών, περίοδος η οποία τερματίστηκε με την δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα (1923-1930), κατά την διάρκεια της οποίας η CNT μπήκε στην παρανομία και πολλά μέλη της εξορίστηκαν. Ως απάντηση σε αυτήν την δύσκολη κατάσταση καθώς επίσης και στην προσπάθεια να διατηρηθεί υπό έλεγχο η ρεφορμιστική πτέρυγα του κινήματος ιδρύθηκε η FAI (Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία) το 1927 από ριζοσπαστικά στοιχεία, τα οποία μερικές φορές αποκαλούνταν «αναρχομπολσεβίκοι». Από το 1917 έως την διετία 1921-22 οι Ρώσοι μπολσεβίκοι, από την μεριά τους, προσπάθησαν να αναπτύξουν σχέσεις με αναρχοσυνδικαλιστές στην Δυτική Ευρώπη, αλλά οι εμπειρίες που είχαν αποκομίσει οι τελευταίοι από την Σοβιετική Ένωση, την καταστολή της Κροστάνδης και διαφόρων Ρώσων ελευθεριακών, οι οποίες επιβεβαίωναν εκ νέου τις υποψίες τους περί μαρξιστικού «κρατισμού» και συγκεντρωτισμού, τους απομάκρυναν οριστικά από τους πρώτους.
Οι «απολίτικες» και οι «αντιπολιτικές» διακηρύξεις των αναρχικών επίσης διαψεύστηκαν από την εκλογική συμμετοχή της αναρχικής εργατικής βάσης, όταν η CNT-FAI ήρε την τακτική της εκλογικής αποχής στις εκλογές του 1931 δίδοντας την δυνατότητα στις δημοκρατικές δυνάμεις να κερδίσουν. Απογοητευμένοι από την αντεργατική και αντιαγροτική πολιτική της Δημοκρατίας, οι αναρχικοί απείχαν από τις εκλογές του 1933, ύστερα από τις οποίες ακολούθησε η δεξιά κυβέρνηση της «μαύρης διετίας» (bienio negro). Εξαιτίας αυτού η CNT-FAI ήρε ξανά την τακτική της εκλογικής αποχής στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1936 –ακόμη και ο Ντουρούτι τάχθηκε υπέρ της υπερψήφισης του Λαϊκού Μετώπου- και οι αναρχικοί έδωσαν την δυνατότητα στα κόμματα της Αριστεράς να νικήσουν, παρ’ όλο που ισχυρίστηκαν ότι ψήφισαν μονάχα με την ελπίδα της απελευθέρωσης των 9.000 περίπου πολιτικών κρατουμένων. Μετά την νίκη της Αριστεράς οι φυλακισμένοι απελευθερώθηκαν από μαζικές εισβολές λαού μέσα στις φυλακές, τις οποίες οι δημοκρατικές αρχές δεν τόλμησαν να εμποδίσουν.

6. Η σκηνή είχε στηθεί για την κρίση της Δεύτερης Δημοκρατίας (1931-1939), η οποία κορυφώθηκε με την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο μετά το 1936. Η Ισπανία δεν είχε λάβει μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ζήτημα της συμμετοχής στον πόλεμο είχε διχάσει τα μεγάλα σοσιαλιστικά κόμματα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας προκαλώντας την ίδρυση, μετά το 1917, μαζικών Κομμουνιστικών Κομμάτων. Η στάση έναντι του πολέμου αποτελούσε επίσης μια σοβαρή δοκιμασία για το αναρχικό και αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα, όπου σημαντικές οργανώσεις και εξέχουσες προσωπικότητες (ο Ερβέ στην Γαλλία, ο Κροπότκιν στην Ρωσία) συντάχθηκαν με τον εκάστοτε εθνικισμό ανάλογα με την χώρα τους. Απεναντίας, το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCE), μην έχοντας κάποια «σοσιαλπατριωτική» πλειοψηφία να καταγγείλει, ήταν μια θνησιγενής σέκτα αποτελούμενη από μερικές χιλιάδες μέλη που είχαν αποχωρήσει από την νεολαία του PSOE, στην συνέχεια αναγκάστηκαν να μπουν στην παρανομία κατά την περίοδο της δικτατορίας του Πρίμο ντε Ριβέρα και με την επιστροφή τους στην νομιμότητα, από το 1931 έως το 1934, εφήρμοσαν την άγονη «σοσιαλφασιστική» πολιτική της Τρίτης Περιόδου εναντίον του PSOE και των αναρχικών, κι έτσι το 1936 το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας δεν ήταν μεγαλύτερο ή πιο ριζωμένο στην εργατική τάξη από ότι ήταν κατά την ίδρυσή του. Η CNT, παρά την διαγραφή τριάντα μετριοπαθών (treintistas) συνδικαλιστών ηγετών υπερτερούσε του PSOE, και ασφαλώς κατά πολύ του PCE, τόσο ως προς τον αριθμό των μελών αλλά και όσον αφορά το ρίζωμα στην καταλανική εργατική τάξη και στην ανδαλουσιανή αγροτιά.

7. Το πραξικόπημα του στρατηγού Φράνκο τον Ιούλιο του 1936 επεδίωκε να θέσει τέλος στο κοινωνικό χάος της Δεύτερης Δημοκρατίας, το οποίο εκδηλώθηκε υπό την μορφή απεργιών, καταλήψεων γης από αγρότες, οδομαχιών μεταξύ αριστερών και δεξιών και κοινοβουλευτικής ανικανότητας. Ας θυμηθεί κανείς το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο των δεξιών στρατιωτικών κυβερνήσεων σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη, το πρώτο φασιστικό κράτος, που ιδρύθηκε από τον Μουσολίνι το 1922, την κατάληψη της εξουσίας στην Γερμανία από τον Χίτλερ το 1933 και τον βομβαρδισμό των εργατικών συνοικιών της Βιέννης από τον Αυστριακό δικτάτορα Ντόλφους το 1934. Ειδικά τα δύο τελευταία γεγονότα ενεθάρρυναν την ισπανική Δεξιά και Άκρα Δεξιά, ενώ στον χώρο της Αριστεράς ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα του PSOE, του PCE και της CNT-FAI. Κατά την διετία 1934-35 η «αντιφασιστική» στροφή της σταλινικής Τρίτης Διεθνούς, με την σύναψη συμμαχιών με σοσιαλδημοκράτες (τους οποίους μόλις χθες αποκαλούσε «σοσιαλφασίστες») και με «προοδευτικά αστικά στοιχεία», οδήγησε στην εκλογική νίκη του Λαϊκού Μετώπου στην Ισπανία τον Φεβρουάριο του 1936 και τον Μάιο του ιδίου έτους στην Γαλλία, η οποία στην τελευταία συνοδεύθηκε από μαζικές καταλήψεις εργοστασίων κατά το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου.

8. Το πραξικόπημα του Φράνκο ηττήθηκε από αυθόρμητες οδομαχίες που διήρκεσαν 3 με 4 ημέρες, πάνω απ’ όλα στην Βαρκελώνη καθώς και στην Μαδρίτη, και από διάφορες μορφές λαϊκής αντίστασης στο 60% περίπου της ισπανικής επικράτειας. Στην Βαρκελώνη η CNT και η FAI, στηριζόμενες στην ένοπλη εργατική τάξη, ήταν οι απόλυτοι κύριοι της κατάστασης. Παντού όπου το πραξικόπημα επικράτησε, σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς να συναντήσει αντίσταση, όπως συνέβη σε προπύργια της Αριστεράς σαν την Σαραγόσα –την πιο αναρχική πόλη της Ισπανίας- και την Σεβίλλη (χωρίς να γίνει λόγος και για μεγάλα τμήματα της αναρχικής ανδαλουσιανής επαρχίας) ακολούθησαν αμέσως μαζικές εκτελέσεις (20.000 στην Σεβίλλη).

9. Εδώ φθάνουμε στην καρδιά αυτού του κειμένου. Οι Ισπανοί αναρχικοί είχαν κάνει την επανάσταση πέρα από κάθε προσδοκία τους και δεν ήξεραν τι να κάνουν μ’ αυτήν. Την νύχτα της νίκης στην Βαρκελώνη κορυφαίοι ηγέτες της CNT-FAI, συμπεριλαμβανομένων του Γκαρθία Ολιβέρ και του Μπουαναβεντούρα Ντουρούτι, κάλεσαν τον Λουίς Κομπάνυς, έναν Καταλανό εθνικιστική και πρόεδρο της Χενεραλιτάτ, της καταλανικής περιφερειακής κυβέρνησης. Ο στρατός είχε διαλυθεί ή είχε αυτομολήσει στις γραμμές του Φράνκο, ενώ η αστυνομία είχε επίσης κατά μέγα μέρος διαλυθεί και είχε αντικατασταθεί από ένοπλες αναρχικές περιπόλους και το αστικό κράτος στην Καταλωνία εκείνη την στιγμή περιορίζετο σε μερικά κτήρια. Ο Κομπάνυς είπε στους ηγέτες της CNT-FAI ότι η εξουσία ήταν δικιά τους και εάν το επιθυμούσαν εκείνος θα παραιτείτο και θα γινόταν ένας απλός στρατιώτης του δικού τους στρατού. Οι ηγέτες της CNT-FAI αποφάσισαν να αφήσουν άθικτα τα θεμέλια του αστικού κράτους και τον, εκείνη την στιγμή, ανίσχυρο πρόεδρό του, τον Κομπάνυς, και να συγκροτήσουν την Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών, η οποία κατ’ ουσίαν έγινε η πραγματική εξουσία τους επόμενους μήνες.
Οι αναρχικοί, όπως το διατύπωσαν με τα δικά τους λόγια, έπρεπε είτε να εγκαθιδρύσουν μια «ολοκληρωτική δικτατορία» ή να αφήσουν άθικτα τα κόμματα που υποστήριζαν το Λαϊκό Μέτωπο. Επέλεξαν το δεύτερο και διαμέσου της πόρτας του μικρού και ανίσχυρου οικοδομήματος βρέθηκαν τους επόμενους μήνες υπό την διεύθυνση του Κομπάνυς όλες οι δυνάμεις της αντεπανάστασης. Αυτό που θα καθόριζε από εκεί και πέρα την κατάσταση ήταν η προκατάληψη που είναι διάχυτη σε ολόκληρη την ιστορία του αναρχισμού απέναντι στην κατάληψη της εξουσίας ως μια «αυταρχική» και «συγκεντρωτική» μαρξιστική αντίληψη. Σε αυτό μάλιστα διόλου δεν βοήθησε το ότι ο «μαρξισμός» εκείνης της περιόδου στην Ισπανία ήταν το πλαδαρό ρεφορμιστικό PSOE (παρά την αριστερή του φράξια), το αριστερό κεντριστικό POUM και το μικρό PCE, που διόλου δεν είχε αναρρώσει από την επί δεκαπενταετία περιθωριοποίησή του και δεν είχε μετατραπεί ακόμα σε μαζικό κόμμα της φοβισμένης μεσαίας τάξης χάρη στα σοβιετικά χρήματα, όπλα και τους «συμβούλους» της NKVD.

ΙΙ. Οι αναρχοσυνδικαλιστές μετά την επανάσταση: πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές εκτιμήσεις

Θα ξεκινήσω αυτό το κεφάλαιο με ένα νοητικό πείραμα. Τι θα γινόταν αν η CNT-FAI αντί να αφήσει άθικτο το καταλανικό κράτος υπό τον Κομπάνυς αποφάσιζε να «τα παίξει όλα για όλα» (‘ir por el todo’ είναι η ισπανική έκφραση, πράγμα το οποίο υποστήριζε ένας σημαντικός αριθμός αναρχοσυνδικαλιστών όπως ο Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ) και αντικαθιστούσαν πλήρως το κάτισχνο αστικό κράτος με την εξουσία της εργατικής τάξης, η οποία θα μπορούσε να ομοιάζει με το σύστημα των άμεσα ανακλητών εκπροσώπων στα «σοβιέτ» (πανεργατικοί θεσμοί) ως απόλυτη «αρχή», αφού ο εργατικός έλεγχος στην βιομηχανία και οι αγροτικές κολεκτίβες είχαν ήδη εγκαθιδρυθεί ευρύτατα;
Αυτή είναι οπωσδήποτε μια ιστορική υπόθεση. Γνωρίζουμε ακριβώς τι πραγματικά συνέβη και το να ανατρέξουμε λεπτομερώς στην ήττα της επανάστασης από τις δυνάμεις του Λαϊκού Μετώπου, υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και του PSUC αποτελεί λιγότερο το θέμα στο οποίο θέλουμε να εστιάσουμε απ’ ότι τα σκοτεινά σημεία από την πλευρά των αναρχικών τα οποία την διευκόλυναν. Ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στην εκ των ένδον αντεπανάσταση είναι σχετικά ευρέως γνωστός, ενώ είναι λιγότερο γνωστό το πώς οι αναρχικοί εξαπατήθηκαν και ξεγελάστηκαν. Δεν ήταν άλλος από τον Ντουρούτι αυτός που σε μια συνέντευξή του σε έναν καναδικό ραδιοφωνικό σταθμό, τον Αύγουστο του 1936, σχολιάζοντας τις προοπτικές της Ισπανίας εκτός Καταλωνίας και στην υπόλοιπη Ευρώπη δήλωνε: «Είμαστε μόνοι». Ο Γκραντίσο Μούνις, από την άλλη, χωρίς να αναφέρει την αντιπαράθεση στο εσωτερικό της CNT και της FAI, λέει ότι:
«τα όργανα εξουσίας της εργατικής τάξης θα έπρεπε να είχαν ενοποιηθεί σε εθνική κλίμακα και να ανακηρύξουν τυπικά την διάλυση της κυβέρνησης… Η κατάσταση… εχαρακτηρίζετο από έναν ημιτελή ‘κατακερματισμό’ της πολιτικής εξουσίας στα χέρια των εργατών και των αγροτών. Χρησιμοποιώ την λέξη ‘κατακερματισμός’, επειδή η λέξη ‘δυισμός’ είναι ανεπαρκής για να δώσει μια πλήρη εικόνα της πραγματικής κατανομής της εξουσίας. Ο ‘δυισμός’ υποδηλώνει δύο ανταγωνιστικές και αντιμαχόμενες εξουσίες που έχουν την ικανότητα και την βούληση να αγωνιστούν. Το αστικό κράτος βρέθηκε σε αυτήν την θέση μόλις τρεις μήνες μετά τις ημέρες του Ιουλίου… Εν τω μεταξύ, η μεμονωμένη εξουσία των τοπικών κυβερνητικών επιτροπών που ασκούσαν την διακυβέρνηση ήταν η μόνη εξουσία στην οποία ο λαός υπάκουε και ήταν περιορισμένη αποκλειστικά λόγω έλλειψης συγκεντρωτισμού και λόγω της συντηρητικής παρέμβασης των εργατικών γραφειοκρατιών… Αυτό το μεγάλο πείραμα της Ισπανικής Επανάστασης προσέφερε στον κόσμο το παράδοξο φαινόμενο κατά το οποίο αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές να δρουν ως κύριος φορέας της μαρξιστικής αντίληψης και ουσιαστικώς να αρνούνται την αναρχική αντίληψη».
Το συνηθισμένο σύνθημα του Λαϊκού Μετώπου ήταν «πρώτα να κερδίσουμε τον πόλεμο και μετά να κάνουμε την επανάσταση», επιχείρημα το οποίο εξακολουθούν να προβάλλουν και σήμερα οι απολογητές του και οι ιδεολογικοί του επίγονοι προτείνοντας παρόμοιες στρατηγικές. Όμως, τρεις αντιρρήσεις σε μια τέτοια φόρμουλα μού έρχονται ευθύς αμέσως στον νου ενθυμούμενος την παρατήρηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ: «αυτός που θέτει διαφορετικούς σκοπούς θέτει επίσης και διαφορετικά μέσα». Πρώτον, η αποτυχία της Δημοκρατίας να προσφέρει ανεξαρτησία ή έστω αυτονομία στο Ισπανικό Μαρόκο (την περιοχή του Ριφ στον βορρά), η οποία θα είχε την δυνατότητα να αποκόψει την οπισθοφυλακή του Φράνκο, την βάση επιχειρήσεών του και τους Μαροκινούς λεγεωνάριους, οι οποίοι αποτελούσαν σημαντική πηγή των καλύτερων στρατευμάτων του. Δεύτερον, η αποτυχία της Δημοκρατίας να διεξάγει ανταρτοπόλεμο στα μετόπισθεν του Φράνκο, απευθυνόμενη στους τόσους εργάτες και αγρότες που δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο φιλοφασίστες, αλλά οι οποίοι τον Ιούλιο του 1936 συνέβη να βρεθούν στο έδαφος στο οποίο εξεδηλώθη το πραξικόπημα. Το ζήτημα του Μαρόκου καταδεικνύει με άμεσο τρόπο τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων μιας αστικής δημοκρατίας η οποία δεν ήταν διατεθειμένη να παραδώσει το προτεκτοράτο του Μαρόκου για να σωθεί η ίδια, ειδικά όταν κάνοντάς το θα αποξενωνόταν από την Γαλλία, η οποία ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος του Μαρόκου, από την οποία οι δημοκρατικοί ηγέτες προσδοκούσαν ματαίως να τους παράσχει υλική βοήθεια. Ο Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ πρότεινε το 1938 την διεξαγωγή ανταρτοπόλεμου στα μετόπισθεν του Φράνκο, αλλά τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Τρίτον, η τακτική της πρόσκλησης του λαού στα όπλα, όπως την θεωρητικοποίησε αργότερα ο Γκιγιέν, η οποία είχε σώσει την Μαδρίτη από τις δυνάμεις του Φράνκο (συμπεριλαμβανομένου γερμανικού και ιταλικού προσωπικού και εξοπλισμού) τον Νοέμβριο του 1936, κάτι που εθεωρήθη όχι λιγότερο από ένα στρατιωτικό θαύμα. Το ναυτικό επίσης ήταν αρχικώς σχεδόν εξολοκλήρου στα χέρια των αναρχικών, αλλά το καλοκαίρι του 1937 πέρασε υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η Δημοκρατία ουδέποτε χρησιμοποίησε το ναυτικό καθ’ όλη την διάρκεια του πολέμου, παρά την δυνατότητα που της έδιδε ο έλεγχος των Στενών του Γιβραλτάρ, της εισόδου της Μεσογείου.
Η διεθνής κατάσταση, στην οποία κυριαρχούσε η προέλαση του φασισμού, δεν ήταν ευνοϊκή για επανάσταση. Οι αστικές δημοκρατίες, Βρετανία και Γαλλία, κήρυξαν μια πολιτική «μη επέμβασης» και επέβαλαν τον αποκλεισμό των ισπανικών λιμανιών· πολιτική η οποία ήταν παρωδία, ειδικά αφότου η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία άρχισαν να υποστηρίζουν ενεργά τον Φράνκο με αεροπλάνα, οπλισμό και προσωπικό. Το 1935 η Σοβιετική Ένωση υπό τον Στάλιν σύναψε συμμαχία αμοιβαίας ασφάλειας με την Γαλλία ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, γεγονός που ενίσχυσε το ενδιαφέρον του Στάλιν για την διατήρηση του ευρωπαϊκού status quo, το οποίο απειλείτο από την επανάσταση στα σύνορα της Γαλλίας. Καθώς οι σοβιετικές αποστολές όπλων ήταν ήδη ανεπαρκείς (η συνήθης μεταφορική λέξη που εχρησιμοποιείτο για αυτές ήταν «σταγονόμετρο», επειδή τα εφόδια που περιείχαν ήταν αρκετά για να μπορεί το στρατόπεδο των Δημοκρατικών να παρατείνει τον πόλεμο αλλά όχι αρκετά για να τον κερδίσει), είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς ότι θα υπήρχε παροχή σοβιετικής βοήθειας σε μια γνήσια επανάσταση της οποίας θα ηγούνταν οι αναρχικοί. Από την άλλη μεριά, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η γαλλική εργατική τάξη είχε ήδη πραγματοποιήσει ένα μεγάλο κύμα απεργιών, οι οποίες συνοδεύονταν από καταλήψεις εργοστασίων, κατά το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου 1936, λίγες εβδομάδες πριν από τον πόλεμο. Την περαιτέρω κλιμάκωση αυτού του απεργιακού κύματος την σταμάτησε το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ανταποκρινόμενο στην ανησυχία της Σοβιετικής Ένωσης να μην αποδυναμωθεί ο νέος της σύμμαχος. Όμως γεγονός παραμένει ότι κατά την διάρκεια των 2,5 ετών πολέμου που ακολούθησαν, ούτε η γαλλική ούτε καμία άλλη εργατική τάξη εντός των «δημοκρατιών» (κατ’ αρχάς στην Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες) δεν ανέλαβε καμία σοβαρή δράση για να εξαναγκάσει την κυβέρνησή της να βοηθήσει την Ισπανία ή έστω να άρει την πολιτική της «μη επέμβασης», βάσει της οποίας οι αποστολές τροφίμων και όπλων που προορίζονταν για την Ισπανία μπλοκάρονταν στα γαλλικά σύνορα.
Πριν από τον Ιούλιο του 1936 η Δημοκρατία είχε προκαλέσει την δυσαρέσκεια μερίδων της αγροτιάς και των ακτημόνων αγρεργατών εξαιτίας της ανούσιας πολιτικής της στο ζήτημα της αγροτικής μεταρρύθμισης. Τον Σεπτέμβριο του 1932 ψηφίστηκε ένας αγροτικός νόμος βάσει του οποίου ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης (IRA), το οποίο έως τον Ιούλιο του 1936 είχε προχωρήσει στην διανομή πολύ μικρών εκτάσεων γης. Η εξάπλωση των καταλήψεων γης τους τελευταίους μήνες πριν από τον πραξικόπημα και μετέπειτα η δημιουργία αγροτικών κομμουνών στις απαλλοτριωμένες γαίες αντιστοιχούσαν στην προηγούμενη κυριαρχία διαφορετικών μορφών κατοχής της γης: μικρή ιδιοκτησία και σταθεροί όροι μίσθωσης της γης στην Γαλικία και στις βασκικές επαρχίες, επίμορτος αγροληψία στο μεγαλύτερο μέρος της Καταλωνίας, μικτό σύστημα στην Αραγονία, μικρή και μεσαία ιδιοκτησία και επίμορτος αγροληψία στο Λεβάντε, ημιφεουδαλική μεγάλη γαιοκτησία σε ευρύτατη κλίμακα, με εκατομμύρια ακτημόνων αγρεργατών, στα δυτικά και στα νότια της Μαδρίτης, στην Εξτρεμαδούρα και στην Ανδαλουσία. Η CNT ήταν ισχυρότερη στην Αραγονία, στο Λεβάντε, στην Ανδαλουσία και στην Γαλικία.

ΙΙΙ. Πολιτική, στρατιωτική και οικονομική κατάσταση

Το Συνέδριο της CNT τον Μάιο του 1936 συνήλθε αναμένοντας ανά πάσα στιγμή το ξέσπασμα της μαζικής δράσης. Οι μετριοπαθείς treintistas έγιναν εκ νέου δεκτοί στην οργάνωση. Το συνέδριο σκιαγράφησε το περίγραμμα ενός αναρχικού στρατού και κατήρτισε ένα αγροτικό πρόγραμμα. Ο Ντιέγο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν και ο Χοάν Πεϊρό, δύο αναρχικοί οικονομολόγοι, επεχείρησαν να θέσουν επί του συγκεκριμένου το ζήτημα της προετοιμασίας για την επαναστατική ανάληψη της διεύθυνση της κοινωνίας. Όμως:
«δεν μπορεί κανείς να εκλάβει το [ειδυλλιακό πρόγραμμα]… σαν μια κατευθυντήρια αρχή για την αντιμετώπιση όλων των ζητημάτων που τίθενται κάθε φορά. Κατά την πορεία του πολέμου η λέξη ‘κομμούνα’ εξαφανίστηκε σχεδόν εντελώς και… αντικαταστάθηκε από την λέξη ‘κολεκτίβα’, αλλά η διοικητική οργάνωση των μονάδων αυτοδιαχείρισης διαφέρει σημαντικά από το πρότυπο που εκπονήθηκε στην Σαραγόσα. Η έλλειψη αίσθησης της πραγματικότητας που φανερώθηκε τον Μάιο του 1936 φαίνεται πως συνδέεται… πάνω απ’ όλα με την έλλειψη μιας καλά μελετημένης θεωρίας και ενός συστηματικού σχεδίου επί τη βάσει μακροκοινωνιολογικών και μακροοικονομικών θεωριών που θα ήταν ίσως κατάλληλες για να εφαρμοστούν σε ένα απομονωμένο χωριό».
Στις 17 Ιουλίου ο Φράνκο έφυγε από τα Κανάρια Νησιά για το Ισπανικό Μαρόκο και από εκεί εξαπέλυσε το πραξικόπημά του στις 19 του ιδίου μηνός, μετακινώντας (με γερμανική βοήθεια) σε καίρια σημεία χιλιάδες Μαροκινούς λεγεωνάριους. Η κυβέρνηση της Μαδρίτης, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτήν την κατάσταση, και με τους εργάτες σε διάφορες μεγάλες πόλεις να ζητούν όπλα, στις 20 Ιουλίου με την πλάτη στον τοίχο συμφώνησε απρόθυμα να εξοπλίσει τους εργάτες, τους οποίους φοβόταν περισσότερο από τον Φράνκο. Η απόπειρα πραξικοπήματος απέτυχε στην Καταλωνία, την Μαδρίτη, το Λεβάντε, την Νέα Καστίλη, την Χώρα των Βάσκων, το Σανταντέρ, τις Αστούριες και την μισή Εξτρεμαδούρα. Οι πραξικοπηματίες έθεσαν υπό τον έλεγχό τους το μεγαλύτερο μέρος της Ανδαλουσίας, την νότια Εξτρεμαδούρα, την Μαγιόρκα, την Παλαιά Καστίλη, το Ναβάρε και την Αραγονία. Οι αναρχικοί έπαιξαν προεξάρχοντα ρόλο στην Καταλωνία, το Λεβάντε, το Σανταντέρ και στο μεγαλύτερο μέρος των Αστουριών.
Στις 24 Ιουλίου οργανώθηκε η πρώτη πολιτοφυλακή στο Πασέο ντε Γκράθια, στην Βαρκελώνη, η οποία εκτιμάται ότι αποτελείτο μεταξύ 2.000 και 5.000 ανδρών. Τις επόμενες μέρες 150.000 άνδρες προσήλθαν να καταταγούν ως εθελοντές. Η φάλαγγα Ντουρούτι έφυγε αμέσως με σκοπό να απελευθερώσει την Σαραγόσα μέσα στις επόμενες δέκα ημέρες.
Το ζωτικότερο στρατιωτικό ζήτημα που ετέθη κατά τον πρώτο χρόνο του πολέμου, ωστόσο, ήταν η μετατροπή των πολιτοφυλακών σε επαγγελματικό στρατό. Τούτο έθετε κατά τρόπο απερίφραστο την πολιτική διάσταση του πολέμου. Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της επαγγελματοποίησης ήταν οι κομμουνιστές, οι οποίοι αμέσως καταπιάστηκαν με την δημιουργία του 5ου Συντάγματός τους. Από το φθινόπωρο του 1936 η CNT-FAI, ύστερα από διάφορες ήττες στο μέτωπο της Αραγονίας και αφού απέτυχε να απελευθερώσει την Σαραγόσα, με μισή καρδιά συμφώνησε κι αυτή με αυτήν την άποψη. Για να καταλάβουμε το βάθος αυτής της διαμάχης είναι αναγκαίο να λάβουμε υπόψη μας την βαθιά κοινωνική και πολιτιστική επανάσταση που σάρωσε την Βαρκελώνη μέσα σε λίγες εβδομάδες μετά τον Ιούλιο του 1936. Όχι μόνο τα περισσότερα εργοστάσια ήταν κατειλημμένα και απαλλοτριωμένα, με τους ιδιοκτήτες τους είτε να έχουν εκτελεστεί είτε να έχουν διαφύγει, και οι ένοπλες πολιτοφυλακές της CNT είχαν αντικαταστήσει τον στρατό και την αστυνομία, ενώ κάηκαν εκκλησίες, αλλά και σε πολιτιστικό επίπεδο καταργήθηκε κάθε είδους ιεραρχία στην καθημερινή ζωή. Ακόμη και οι αστοί μεταμφιέζονταν σε εργάτες, το «εσείς» αντικαταστάθηκε παντού με το «εσύ», το «κύριε» από το «σύντροφε» και όλη η δουλικότητα, η χαμέρπεια και η οσφυοκαμψία του παλαιού καθεστώτος αντικαταστάθηκε μονομιάς από ευθείς σερβιτόρους, καταστηματάρχες και στιλβωτές υποδημάτων που κοιτούσαν τους πελάτες στα μάτια. «Όλοι μέσα σ’ ένα λεπτό έγιναν φίλοι με όλους» έγραφε ο Μπόρκεναου, ο οποίος έφθασε εκεί τον Αύγουστο. Από τον Σεπτέμβριο σημειώνει ότι «πέφτει ο επαναστατικός πυρετός». Επισκέπτες που είχαν ζήσει εκείνες τις εβδομάδες και επέστρεψαν ύστερα από μερικούς μήνες παρατηρούσαν ήδη μια συντηρητική αλλαγή και λίγους μήνες μετά, από τις αρχές του 1937, μια περαιτέρω σταθεροποίηση.
Από τον Ιούλιο του 1936 και έπειτα, όταν η CNT-FAI πήρε την μοιραία απόφαση να διατηρήσει άθικτη την καταλανική Χενεραλιτάτ υπό τον Κομπάνυς, όλα τα κόμματα του Λαϊκού Μετώπου στην Καταλωνία -ειδικά το PSUC (κομμουνιστές), αλλά επίσης και το PSOE (σοσιαλιστές) και η Esquerra Catalan (Καταλανοί Ρεπουμπλικάνοι, το κόμμα του Κομπάνυς)- άρχισαν να κινούνται εναντίον της, στην αρχή αργά και κρυφά και στην συνέχεια πιο αποφασιστικά. Πολύ προτού η CNT αποφασίσει να προσχωρήσει στην εθνική κυβέρνηση της Μαδρίτης, συμμετείχε ήδη σε περιφερειακούς και δημοτικούς κρατικούς θεσμούς. Η απόφασή της να παραλάβει τέσσερα υπουργικά χαρτοφυλάκια τον Νοέμβριο του 1936 ήταν απλώς η κορύφωση αυτής της διαδικασίας.
Ουσιαστικά, από την στιγμή της αναχώρησης των πρώτων πολιτοφυλακών για την Σαραγόσα, στις 25 Ιουλίου η κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης αποφάσισε την δημιουργία μιας κρατικής επιτροπής η οποία θα παρεμβαίνει στην βιομηχανία για να «ελέγχει» τις βιομηχανικές επιχειρήσεις και, αν κριθεί απαραίτητο, να τις «διευθύνει».
Στην Βαρκελώνη οι εργάτες κατέλαβαν τα περισσότερα μεγάλα εργοστάσια, όλες τις σημαντικές υπηρεσίες και τις συγκοινωνίες, τα ξενοδοχεία και τις μεγάλες αποθήκες. Δεν άγγιξαν τις τράπεζες λόγω της παραδοσιακής περιφρόνησης των αναρχικών προς το χρήμα, αλλά τις άφησαν κατά το μάλλον ή ήττον (και μοιραία) στα χέρια της σοσιαλιστικής UGT, η οποία σύντομα θα περνούσε υπό τον έλεγχο των κομμουνιστών του PSUC. Στο λιμάνι της Βαρκελώνης οι λιμενεργάτες εκδίωξαν τους μισητούς μεσάζοντες, οι οποίοι ήλεγχαν την πρόσβαση στις θέσεις εργασίας. Σε πολλούς χώρους όπου ανέλαβαν την διοίκηση οι συνελεύσεις, οι τεχνικοί, και μερικές φορές ακόμη κι τα αφεντικά, εάν το επιθυμούσαν, εντάσσονταν σε αυτές. Τα 745 αρτοποιεία της Βαρκελώνης συγχωνεύθηκαν σε ένα ενιαίο κοινωνικοποιημένο σύστημα. Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα ενός αυθόρμητου λαϊκού κύματος, έξω από οποιαδήποτε οργάνωση. «Λόγω της περιφρόνησής τους προς την πολιτική διάσταση της εξουσίας οι αναρχικοί δίνουν μικρή προσοχή στην θεσμοθέτηση των λειτουργιών της…». Από την άλλη μεριά, το Κομμουνιστικό Κόμμα πίεζε εξαρχής για την καθιέρωση συγκεντρωτικού συστήματος και ενιαίας διοίκησης.
Ο αναρχικός οικονομολόγος Ντιέγο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν, που ήταν τώρα αντιμέτωπος, λίγες εβδομάδες μετά το συνέδριο της CNT στην Σαραγόσα, με μια πραγματική επανάσταση, στήριξε το οργανωτικό του σχέδιο στην ατομική πρωτοβουλία. Οι κομμούνες, κατά την άποψή του, θα έπρεπε να ομοσπονδοποιηθούν. «Αυτό που ήταν πραγματικά καινούργιο στο σχέδιο του Αμπάδ ντε Σαντιγιάν ήταν η πρόταση δημιουργίας ενός Ομοσπονδιακού Οικονομικού Συμβουλίου το οποίο θα είναι επιφορτισμένο με τις οικονομικές και διοικητικές λειτουργίες του συντονισμού. Βασικός του σκοπός ήταν η υπέρβαση ως αναχρονιστικής της οικονομικής αντίληψης που βασιζόταν σε τοπικές κομμουναλιστικές αρχές και να επιτύχει τον υψηλότερο βαθμό συντονισμού όλων των παραγωγικών συντελεστών. Πίστευε ότι η αναρχική αντίληψη για την οικονομία δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αμέσως στην πράξη και οραματίστηκε μια περίοδο οικονομικής μετάβασης κατά την οποία όλα τα κοινωνικά κινήματα θα έχουν δικαίωμα να πειραματιστούν ελεύθερα. Δεν οραματίστηκε όμως μια μεταβατική περίοδο σε πολιτικό επίπεδο και υποστήριζε την άμεση κατάργηση του κράτους».
Στις 31 Ιουλίου η καταλανική κυβέρνηση εξέδωσε ένα διάταγμα με το οποίο αναγνώριζε τα δικαιώματα των εργοστασιακών επιτροπών που δημιουργήθηκαν αυθόρμητα και διασφάλιζε τους μισθούς των εργατών. Ακολούθησε ένα άλλο διάταγμα, στις 2 Αυγούστου, για την επιβολή κρατικού ελέγχου σε όλες τις βιομηχανίες που εγκατέλειψαν οι ιδιοκτήτες τους. Οι αναρχοσυνδικαλιστές θεωρούσαν την οικονομική πολιτική της κεντρικής δημοκρατικής κυβέρνησης της Μαδρίτης συντηρητική και επιζήμια για την επανάσταση. Η καταλανική κυβέρνηση, από την άλλη, λόγω της εκεί συντριπτικής υπεροχής της CNT, ήταν υποχρεωμένη να εγκρίνει μια κατά πολύ πιο ριζοσπαστική νομοθεσία.
Στις 7 Αυγούστου δημιουργήθηκε μια κολεκτίβα 800 επιχειρήσεων, οι οποίες θα υπάγονταν στην πολεμική βιομηχανία (η οποία δεν υπήρχε τότε στην Καταλωνία). Ύστερα από μερικούς μήνες ακόμα και αστοί πολιτικοί όπως ο Κομπάνυς τόνιζαν τον εξαίρετο ρόλο των βιομηχανικών εργατών στην εκ του μηδενός δημιουργία της πολεμικής βιομηχανίας. Οι κομμουνιστές, από την άλλη, πίεζαν προκειμένου να αναλάβει τον έλεγχο η Μαδρίτη οδηγώντας έτσι στην πραγματοποίηση πολιτικών διορισμών και στον πολλαπλασιασμό των γραφειοκρατών. Τους πρώτους μήνες στην βιομηχανία εν γένει το νέο αίσθημα ευθύνης των εργατών οδήγησε συχνά στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Ωστόσο, το αρχικό σφάλμα των αναρχικών ήταν η παράβλεψη μιας γενικής θεώρησης της οικονομίας και η επί μακρόν ανοχή του τυφλού «ατομικού πρωτοβουλιακού εγωισμού». Αποτέλεσμα αυτής της τάσης, καθώς και πολλών άλλων «εξωγενών» παραγόντων, ήταν, περίπου στα τέλη του 1937, η καθιέρωσης της προγραμματισμένης και κεντρικά σχεδιασμένης διεύθυνσης υπό την μορφή εθνικών επιχειρήσεων.
Εν μέσω αυτών των ραγδαίων εξελίξεων που λάμβαναν χώρα σχεδόν από μέρα σε μέρα είναι αδύνατο να γίνει διαχωρισμός του πολιτικού, του στρατιωτικού και του οικονομικού τομέα καταπνίγοντας το αρχικό κλίμα ευφορίας που επικρατούσε τον Ιούλιο. Σαφώς οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις επηρέασαν την στρατιωτική στρατηγική, όπως έχουμε ήδη δει όσον αφορά το ζήτημα του Μαρόκου, το ζήτημα της διεξαγωγής ανταρτοπολέμου στα μετόπισθεν του Φράνκο και της «επαγγελματοποίησης» των πολιτοφυλακών. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1936, ο Λάργο Καμπαγιέρο, ο σοσιαλιστής πολιτικός που αποκαλείτο και «Ισπανός Λένιν», έγινε πρωθυπουργός και υπουργός άμυνας της κυβέρνησης των Δημοκρατικών και εστράφη στην δημιουργία μιας κεντρικής στρατιωτικής διοίκησης. Εντός αυτού του πλαισίου το Κομμουνιστικό Κόμμα επέκτεινε την επιρροή του στο υπουργείο πολέμου. Ο σταλινικός στρατιωτικός διοικητής, ο αποκαλούμενος Ελ Καμπεσίνο («Ο Χωρικός»), μετά την ρήξη του με το Κομμουνιστικό Κόμμα, δήλωσε ύστερα από χρόνια ότι οι Ρώσοι είχαν εξοπλίσει το 5ο Σύνταγμα, το οποίο ο ίδιος διοικούσε και το οποίο δρούσε στην πραγματικότητα ως μια ανεξάρτητη δύναμη και προσήλκυσε αξιωματικούς φίλα προσκείμενους στην Δημοκρατία λόγω της αποτελεσματικότητάς του. Στις 6 Σεπτεμβρίου, οι αναρχικοί των Αστουριών αποδέχθηκαν την στρατιωτικοποίηση, όπως έκανε και ο Ρικάρδο Σανθ, ο διάδοχος του Ντουρούτι. Η στρατιωτικοποίηση σήμαινε την επάνοδο της στρατιωτικής ιεραρχίας, των βαθμών, των στολών και των χαιρετισμών, καθώς και το τέλος των δημοκρατικών συνελεύσεων διαμέσου των οποίων γινόταν η εκλογή διοικητών και λαμβάνονταν αποφάσεις πάνω σε ζητήματα στρατηγικής. Η στρατιωτικοποίηση ξεκίνησε στις 29 Σεπτεμβρίου και η πρώτη σοβιετική βοήθεια έφθασε στις αρχές Οκτωβρίου, ενδυναμώνοντας περαιτέρω τo PCE και το PSUC, που αναπτύσσονταν με γοργούς ρυθμούς χάρη στην στρατολόγηση φοβισμένων τμημάτων της μεσαίας τάξης και αγροτών που είχαν δική τους γη που φοβούνταν για την ιδιοκτησία τους. Τον Σεπτέμβριο του 1936 οι δυνάμεις του Φράνκο, λες και ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή, κατέλαβαν το Ιρούν και το Σαν Σεμπαστιάν στα βόρεια της χώρας.
Τον Σεπτέμβριο του 1936 επίσης η CNT, το PSUC και το POUM προσχώρησαν στην καταλανική Χενεραλιτάτ, και η CNT αποδέχθηκε την εκούσια διάλυση της Κεντρικής Επιτροπής Πολιτοφυλακών, η οποία αποτελούσε στην πραγματικότητα την κυβέρνηση της Καταλωνίας από την αρχή της επανάστασης. Λίγο αργότερα, η CNT ζήτησε την κοινωνικοποίηση των τραπεζών, της εκκλησιαστικής περιουσίας, της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας, των μεγάλων εμπορικών εταιρειών και των συγκοινωνιών, την καθιέρωση εργατικού ελέγχου στην βιομηχανία και το ιδιωτικό εμπόριο και την διαχείριση των μέσων παραγωγής και των συναλλαγών από τα συνδικάτα.
Από τις 25 Σεπτεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου ο Γιοάν Φάμπρεγας, επίσης οικονομολόγος της CNT και τεχνοκράτης, αποδέχθηκε την θέση του υπουργού Οικονομίας [«consejero de la Economia»] της Καταλωνίας και κατά την διάρκεια της θητείας του εξέδωσε 25 διατάγματα και 86 σχετικές εγκυκλίους που αφορούσαν την ρύθμιση της οικονομίας. Κατά την άποψή του ο συντονισμός της παραγωγής θα μπορούσε να επιτευχθεί διαμέσου βιομηχανικών συμβουλίων που θα συγκροτούνταν από τα συνδικάτα, και τα οποία με την σειρά τους θα υπόκειντο σε ένα ανώτερο σύστημα συντονισμού, το Συμβούλιο Οικονομίας [Consejo de Economia], το οποίο αφενός θα «προσανατόλιζε» την οικονομία και αφετέρου θα την «ρύθμιζε» διαμέσου διαφόρων τεχνικών σωμάτων. Όταν ανέλαβε ο Φάμπρεγας η καταλανική οικονομία βρισκόταν σε κατάσταση «αποδιοργάνωσης και χάους». Στις 2 Οκτωβρίου έκανε έκκληση στους Καταλανούς εργάτες να σταματήσουν τις καταλήψεις έως ότου υπάρξουν ενιαίες κατευθυντήριες γραμμές για τον οικονομικό μετασχηματισμό, ωστόσο η έκκλησή του δεν εισακούστηκε. Σύντομα ξέσπασε ένταση στο Συμβούλιο Οικονομίας μεταξύ, από την μια μεριά, των αριστερών Δημοκρατικών (του PSUC και της UGT) και από την άλλη του POUM, της CNT και της FAI όσον αφορά το ζήτημα των κολεκτιβοποιήσεων. Η κυβέρνηση των Δημοκρατικών, απηχώντας την αυξανόμενη επιρροή των συντηρητικών δυνάμεων, στις 7 Οκτωβρίου εξέδωσε διάταγμα προς τους ιδιοκτήτες γης και λογάριαζε να πάρει τον έλεγχο των κολεκτίβων και να ανακόψει την περαιτέρω διάδοσή τους. Έως την άνοιξη του 1937 αστυνομικές και στρατιωτικές μονάδες που ελέγχονταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα είχαν δρομολογήσει επιθέσεις σε κολεκτίβες. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1936, στην περιφέρεια [comarca] Μονθόν της Αραγονίας η CNT και η ανερχόμενη κρυπτοκομμουνιστική UGT είχαν έρθει σε αψιμαχία κατά την διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν τριάντα άτομα.
Στην συνέχεια, στις 23 Οκτωβρίου, η καταλανική CNT και UGT υπέγραψαν ένα πρόγραμμα δράσης το οποίο δεν έκανε καμία αναφορά περί κοινωνικοποίησης. Δια της υπογραφής της η CNT ήλπιζε (μάταια) να αποκτήσει όπλα προκειμένου να εξοπλίσει τις άοπλες πολιτοφυλακές της στο μέτωπο της Αραγονίας, να σταματήσει την σταλινική εκστρατεία συκοφάντησης εναντίον της και τέλος να κατευνάσει την μικροαστική τάξη καθώς και τις μεσαίες τάξεις των αγροτών που εγκατέλειπαν την CNT υπέρ της μετριοπαθέστερης UGT.
Την επόμενη μέρα ο ηγέτης της CNT Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ, ο οποίος ήταν επικεφαλής των στρατιωτικών υποθέσεων της Κεντρικής Επιτροπής Πολιτοφυλακών [Comité Central de Milicias], άσκησε πιέσεις για την δημιουργία μιας σχολής εκπαίδευσης αξιωματικών. Από την άλλη μεριά, ο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν ήταν σφοδρός πολέμιος της στρατιωτικοποίησης. Ο Καμίλο Μπερνέρι, ένας εξέχων Ιταλός αναρχικός μαχητής στην Ισπανία, ήταν επίσης πολέμιός της. Η στρατιωτικοποίηση σήμαινε όχι μόνο (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως) στολές, βαθμούς και χαιρετισμούς αλλά επιπλέον τον διορισμό πολιτικών κομισαρίων.
Το καταλανικό διάταγμα περί κολεκτιβοποιήσεων είχε θεωρηθεί από τους αναρχοσυνδικαλιστές της CNT ως τρόπος για να τους ελέγξουν. Προς το παρόν στο Συμβούλιο Οικονομίας υπήρχαν αναρχικοί, μέλη του POUM, σοσιαλιστές και αριστεροί δημοκράτες. Η UGT και η CNT είχαν από τρεις αντιπροσώπους η καθεμία, ενώ το PSUC, το POUM και η FAI είχαν από δύο και οι υπόλοιπες οργανώσεις από έναν. Το πρόγραμμά του προσαρμοζόταν ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων. Για την CNT και την FAI η συμμετοχή τους στο Συμβούλιο ήταν ένα περαιτέρω βήμα απομάκρυνσης από την «απολίτικη» στάση τους.
Το Συμβούλιο ανακοίνωσε την ίδρυση της Τράπεζας Βιομηχανικής και Εμπορικής Πίστεως [Caixa de Credit Industrial e Comercial (CCIC)], η οποία θα παρείχε πιστώσεις προς τις κολεκτίβες. Η CCIC προήρχετο από την εμπειρία των πρώτων κολεκτιβοποιήσεων. Σε αυτούς τους πρώτους μήνες είχε γίνει ήδη έκδηλος ο «εγωισμός με επίκεντρο την επιχείρηση» (“egoismo de empresa”). Επιπρόσθετοι λόγοι για τους οποίους δημιουργήθηκε η CCIC ήταν για να παρακαμφθεί η κρυπτοκομμουνιστική πλειοψηφία της UGT στους κόλπους των τραπεζοϋπαλλήλων καθώς και η εξάρτηση των περισσότερων τραπεζών από τα κεντρικά τους γραφεία στην Μαδρίτη. Με καθυστέρηση ενός έτους στην δημιουργία της η CCIC άνοιξε επίσημα μόλις στις 10 Νοεμβρίου 1937, ημερομηνία κατά την οποία η επιρροή των αναρχικών βρισκόταν σε σοβαρή ύφεση παρά τα υψηλά της νούμερα. Τα πράγματα περιπλέκονταν ακόμα περισσότερο από την σταθερή πτώση της καταλανικής βιομηχανικής παραγωγής από τον Ιούλιο του 1936 και έπειτα.
Με αυτές τις σκέψεις η CNT είχε αντιληφθεί το αρχικό της σφάλμα και ήθελε να αποτρέψει τους εργάτες να σκέφτονται τον εαυτό τους ως νέο ιδιοκτήτη του δικού τους εργοστασίου αντί να στέκονται αλληλέγγυοι προς τους άλλους κλάδους της οικονομίας. Στις 31 Οκτωβρίου 1936 ο Φάμπρεγας εξέδωσε συμπληρωματικές εγκυκλίους του διατάγματος της 24ης Οκτωβρίου με στόχο τον περιορισμό της αυθόρμητης δράσης των εργατών και τον έλεγχο της παραγωγής στο μέτρο του δυνατού. Για την καθιέρωση του εργατικού ελέγχου σε μια επιχείρηση απαιτούνταν από εδώ και στο εξής πολλά έγγραφα και κατά τον τρόπο αυτό το κράτος αποκτούσε μεγαλύτερο έλεγχο.
Κατά την διάρκεια όλων αυτών των προσπαθειών συντονισμού της καταλανικής οικονομίας ήταν παρούσα και η παλιά αναρχική ιδέα περί μιας «ασκητικής» νέας τάξης πραγμάτων. Έχουμε ήδη αναφερθεί στην περιφρόνηση των αναρχικών προς το χρήμα και σε αυτό οφείλετο και η από μέρους τους έλλειψη ενδιαφέροντος για την κολεκτιβοποίηση των τραπεζών. Από την άλλη πλευρά, η Φεδερίκα Μοντσένι, εξέχουσα φυσιογνωμία της CNT, δήλωσε ότι το παλιό όνειρο της άμεσης κατάργησης του χρήματος δεν ήταν παρά μια «παιδιάστικη επαναστατικότητα». Η CNT αντικατέστησε απλώς την λέξη «μισθός» [salario] με την λέξη «επίδομα» [asignación], δίχως αυτή η διαφοροποίηση να σημαίνει τίποτε το ουσιαστικό στην πραγματικότητα.
Στον αγροτικό αναρχισμό της Ανδαλουσίας η αρχή του «ας πάρει ο καθένας ό,τι χρειάζεται» από το συλλογικό απόθεμα υποχώρησε μπροστά στην καθιέρωση ενός διαφοροποιημένου οικογενειακού μισθού που εβασίζετο σε συγκεκριμένες ανάγκες. Οι κάρτες συσσιτίου συμπληρώνονταν από το «χαρτζιλίκι» για προσωπικές «αδυναμίες» (κρασί, τσιγάρα) και ταξίδια εκτός χωριού. Στις καταλανικές κολεκτίβες το χρήμα σπανίως απαγορεύτηκε. Σε πολλές «αναρχοκομμουνιστικές» κολεκτίβες ο ατομικισμός επεβλήθη εκ νέου, ενώ η αποχώρηση μικρού αριθμού μικροϊδιοκτητών οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις στην διάλυση της κολεκτίβας. Τα καταναλωτικά κουπόνια [libretas de consumo] έγιναν κοινή πρακτική. Οι πολεμιστές του μετώπου [milicianos] έστελναν τις οικονομίες τους στην κολεκτίβα τους και όχι στην οικογένειά τους. Η συνολική αποτίμηση της λειτουργίας των αγροτικών κολεκτίβων καθίσταται δύσκολη εξαιτίας της έλλειψης λογιστικών στοιχείων.
Η επίθεση του Φράνκο κατά της Μαδρίτης ήταν προ των πυλών. Στις αρχές Νοεμβρίου, ύστερα από μια έντονα φορτισμένη εσωτερική συζήτηση, ο Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ και τρία άλλα μέλη της CNT αποδέχθηκαν υπουργικά χαρτοφυλάκια στο υπουργικό συμβούλιο του Λάργο Καμπαγιέρο, στην κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης. Στην συνέχεια ακολούθησε, όπως αναφέρθηκε, η συμμετοχή αναρχικών στις δημοτικές και περιφερειακές αρχές. Ο Γκαρθία Ολιβέρ έγινε Υπουργός Δικαιοσύνης, ο μετριοπαθής αναρχοσυνδικαλιστής (treintista) και οικονομολόγος Χουάν Πεϊρό έγινε Υπουργός Βιομηχανίας, ο Χουάν Λοπέθ Σάντσεθ, ένας άλλος μετριοπαθής αναρχοσυνδικαλιστής, έγινε Υπουργός Εμπορίου και η Φεδερίκα Μοντσένι Υπουργός Υγείας.
Οι τέσσερις υπουργοί της CNT εξεπλάγησαν κατά την πρώτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου όταν διαπίστωσαν κινήσεις κεφαλαίων από την πολιορκημένη Μαδρίτη προς την Βαλένθια. Θεώρησαν μάλιστα ότι προσκλήθηκαν στην κυβέρνηση ακριβώς για να δώσουν κάλυψη σε αυτήν την φανερή υποχώρηση με την οποία ήταν αντίθετοι. Ο Φράνκο ανεμένετο να παρακολουθήσει την θεία λειτουργία στην Μαδρίτη μέσα σε μια εβδομάδα, αλλά η λειτουργία αναβλήθηκε για δυόμισι χρόνια. Κατά την διάρκεια της μάχης που ακολούθησε, ωστόσο, η κυβέρνηση του Λάργο Καμπαγιέρο μετέφερε τα κεφάλαιά της στην Βαλένθια.
Η Μάχη της Μαδρίτης ξεκίνησε στις 6 Νοεμβρίου. Οι βομβαρδισμοί από τις δυνάμεις του Φράνκο αντί να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό τον έβγαλαν κυριολεκτικά στους δρόμους κάνοντάς τον να πάρει τα όπλα· τακτική η οποία αργότερα θεωρητικοποιήθηκε από τον Γκιγιέν («ο λαός στα όπλα»). Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες κατέφτασαν στις 10 Νοεμβρίου και έπαιξαν σημαντικό ρόλο, όπως και οι αναρχικοί της Φάλαγγας Ντουρούτι. Ωστόσο, στις 19 Νοεμβρίου ο Ντουρούτι σκοτώθηκε, πιθανώς από έναν φασίστα ελεύθερο σκοπευτή. Αυτός, περισσότερο από κάθε άλλον, ήταν «το» σύμβολο της ελευθεριακής επανάστασης στην Ισπανία. Λίγες μέρες αργότερα, ένα εκατομμύριο άνθρωποι διαδήλωσαν στην μνήμη του στην Βαρκελώνη. Η Μάχη της Μαδρίτης συνεχίστηκε μέχρι και τον Ιανουάριο του 1937 και η πόλη δεν θα καταληφθεί παρά τον Μάρτιο του 1939 από τα στρατεύματα του Φράνκο.
Η κρατικιστική θεσμοθέτηση της επανάστασης προχώρησε με γοργούς ρυθμούς. Τον Δεκέμβριο του 1936, η καταλανική Χενεραλιτάτ αναδιοργανώθηκε και η CNT ανέλαβε το Υπουργείο Αμύνης. Την ίδια περίοδο επίσης κορυφώθηκε η παροχή σοβιετικής βοήθειας, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας κατευθυνόταν στους πολιτικούς και στρατιωτικούς υποστηρικτές της Σοβιετικής Ένωσης. Ο σοβιετικός πρέσβης Μαρσέλ Ρόζεμπεργκ είχε καθημερινές συναντήσεις με τον Λάργο Καμπαγιέρο, συχνά για ώρες. Στις αρχές του 1937 η κυβέρνηση αποφάσισε την αποκατάσταση των παλιών δημοτικών συμβουλίων, τα οποία είχαν αντικατασταθεί από επαναστατικές επιτροπές. Μια ολομέλεια επέκρινε τις ελλείψεις των κολεκτίβων προσάπτοντάς τους κακή οργάνωση, ελλείψεις στην τεχνική διαχείριση, εξωφρενικές οικονομικές ιδέες και μικρή εμπειρία. Έγιναν νέες προσπάθειες για την ενότητα μεταξύ της CNT και της UGT. Έως τα μέσα του Ιανουαρίου οι αναρχοσυνδικαλιστές ζητούσαν μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και στις 30 Ιανουαρίου 1937 ψηφίστηκε ένας νόμος με στόχο την συγκέντρωση όλων των κολεκτιβοποιημένων επιχειρήσεων υπό κοινή διεύθυνση. Ένα ακόμη πλήγμα ήταν η πτώση της Μάλαγα στις 8 Φεβρουαρίου, της οποίας ο αναρχικός διοικητής καταδικάστηκε σε θάνατο υπό την πίεση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αργότερα του δόθηκε χάρη, όταν, ύστερα από σχετική έρευνα, αποκαλύφθηκε ότι το ΚΚ είχε εξίσου ευθύνες για την πανωλεθρία.
Αυτή η αυξανόμενη ένταση μεταξύ του PCE-PSUC και των δυνάμεων που βρισκόντουσαν στα αριστερά τους, το POUM και την CNT–FAI, κορυφώθηκε στην Βαρκελώνη τον Μάιο του 1937. Επί μήνες τα σταλινικά μέσα ενημέρωσης κατέκλυζαν την Δημοκρατική Ισπανία και τον κόσμο με καταγγελίες εναντίον του «τροτσκιστικο-φασιστικού» POUM. Με τους αναρχικούς, από την άλλη, οι σταλινικοί αναγκάστηκαν να παραμείνουν περισσότερο προσεκτικοί, εκτιμώντας ορθά ότι θα μπορούσαν κάλλιστα να χάσουν μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση μαζί τους. Οι εορτασμοί για την Πρωτομαγιά ματαιώθηκαν υπό τον φόβο ότι μπορεί να ξεσπάσουν μάχες μεταξύ CNT και UGT. Το τηλεφωνικό κέντρο στο κέντρο της Βαρκελώνης είχε καταληφθεί από την CNT από τον Ιούλιο του 1936. Ο αρχηγός της κομμουνιστικής αστυνομίας της Βαρκελώνης έφτασε εκεί με πρόθεση να ανακαταλάβει το κτήριο. Η κατάσταση κλιμακώθηκε όταν η CNT, το POUM, οι Φίλοι του Ντουρούτι και η Αναρχική Νεολαία άρχισαν να φτιάχνουν οδοφράγματα απέναντι στα οδοφράγματα του PSUC και της UGT. Πρόθεση των σταλινικών ήταν επίσης η ανατροπή του πρωθυπουργού Λάργο Καμπαγιέρο, ο οποίος διατηρούσε ακόμη στο ακέραιο το κύρος του στην ισπανική εργατική τάξη. Ο Λάργο Καμπαγιέρο, έχοντας κουραστεί από την πίεση του PCE-PSUC και από την σοβιετική πίεση που ασκείτο στην κυβέρνησή του, εξέδωσε ένα διάταγμα στις 21 Απριλίου, σύμφωνα με το οποίο οι αποφάσεις όλων των επιτροπών τελούσαν υπό την προσωπική του έγκριση, και για λίγους μήνες ακόμη, έως την ενορχηστρωμένη αποπομπή του, πλησίασε πιο κοντά στην CNT. Το POUM και η Νεολαία του κινήθηκαν ταχύτατα προς τα αριστερά και συνεργάζονταν με τους Φίλους του Ντουρούτι. Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε στις 4 Μαΐου, και από την Βαλένθια ο Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ και η Φεδερίκα Μοντσένι απηύθυναν έκκληση από τον ραδιοφωνικό σταθμό προς τους συντρόφους τους να καταθέσουν τα όπλα και να επιστρέψουν στην εργασία τους. Η καθημερινή εφημερίδα της CNT Solidaridad Obrera («Εργατική Αλληλεγγύη») επανέλαβε την έκκλησή τους. Αναρχικές φάλαγγες στο μέτωπο, οι οποίες ήταν έτοιμες να βαδίσουν προς την Βαρκελώνη και την Μαδρίτη σταμάτησαν. Ο Ιταλός αναρχικός Καμίλο Μπερνέρι δολοφονήθηκε από τους σταλινικούς στις 5 Μαΐου. Βρετανικά αντιτορπιλικά εμφανίστηκαν ακριβώς έξω από τον κόλπο και φημολογείτο ότι ετοιμάζονταν να επέμβουν. Οι μάχες εξαπλώθηκαν στα προάστια της Βαρκελώνης και σε άλλες πόλεις που βρίσκονταν κατά μήκος της ακτής. Οι συγκρούσεις κατεστάλησαν από 4.000 Δημοκρατικούς των Guardias de Asalto, των επίλεκτων δυνάμεων της αστυνομίας, που κατέφθασαν από την Βαλένθια. Το πρωί της 7ης Μαΐου η CNT προέβη σε άλλη μια ραδιοφωνική έκκληση για «ομαλότητα». Από τις 8 Μαΐου επεκράτησε τελικά η ησυχία στην πόλη με απολογισμό εκατοντάδες νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες. Το χάσμα μεταξύ των αναρχικών που βρίσκονταν στους δρόμους και των υπουργών της CNT στην Βαλένθια είχε καταστεί αγεφύρωτο.
Από πολιτικής απόψεως η επανάσταση που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1936 είχε οριστικά ηττηθεί. Παρέμεναν ως καθήκοντα της κυβέρνησης η διάλυση των βιομηχανικών και αγροτικών κολεκτίβων και η αντιμετώπιση των συνταγμάτων της CNT-FAI που βρισκόντουσαν στο μέτωπο και εξακολουθούσαν να διατηρούν την σημασία τους, όσο επαγγελματικά κι αν είχαν καταστεί.
Οι τέσσερις υπουργοί της CNT-FAI αποχώρησαν από την κυβέρνηση των Δημοκρατικών ύστερα από τα γεγονότα της Βαρκελώνης και λίγο αργότερα παραιτήθηκε ο Λάργο Καμπαγιέρο. Οι αναρχικοί δεν έτρεφαν αυταπάτες για τα λάθη που έκαναν, όπως αναφέρουν στον απολογισμό της δραστηριότητάς τους. Τα σχέδια του πρώην υπουργού Εμπορίου Χουάν Λοπέθ είχαν μπλοκαριστεί λόγω της αντίθεσής του προς τον Λάργο Καμπαγιέρο και όλους τους υπερασπιστές της καθεστηκυίας τάξεως. Όπως αναφέρει ο απολογισμός δράσης: «θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το μάταιον της κυβερνητικής συμμετοχής μας στον τομέα της οικονομίας». Η CNT έκανε ένα νέο άνοιγμα ενότητας προς την UGT αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στις 25 Μαΐου 1937 η κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα που απαιτούσε την καταγραφή των κολεκτιβοποιημένων επιχειρήσεων σε ένα εμπορικό μητρώο. Με τον τρόπο αυτό οι κολεκτιβοποιημένες επιχειρήσεις γίνονταν «νομικά πρόσωπα», όπως και οι παλιές επιχειρήσεις που τις είχαν αντικαταστήσει. «Η νομιμοποίηση της κολεκτιβοποίησης οδήγησε, μέσω του ελέγχου του κράτους, στην καταστροφή της επανάστασης. Τα τελευταία βήματα αυτής της πολιτικής, τα οποία προώθησαν με επιτυχία οι κομμουνιστές και τα οποία υποστηρίχθηκαν ενεργά και έγιναν αντικείμενο παθητικής ανοχής από τους αναρχικούς, ήταν εντελώς ορατά μετά την κρίση του Μαΐου του 1937…» Στις 18 Ιουνίου η κυβέρνηση απαίτησε την καταχώρηση όλων των ραδιοφωνικών σταθμών και δύο μήνες μετά απαγόρευσε κάθε κριτική κατά της Σοβιετικής Ένωσης.
Στα τέλη Ιουνίου η CNT είχε επίσης αποπεμφθεί από την Χενεραλιτάτ και απαγορεύθηκε προσωρινά η κυκλοφορία της καθημερινής της εφημερίδας Solidaridad Obrera. Τον Αύγουστο ο σταλινικός στρατηγός Λίστερ άρχισε να επιτίθεται στις αγροτικές κολεκτίβες της Αραγονίας και το POUM εκδιώχθηκε από το καταλανικό Συμβούλιο Οικονομίας.
Η σταλινική επίθεση εναντίον όλων των θεσμών της Δημοκρατίας συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση. Το φθινόπωρο του 1937 μιλώντας στο Συνέδριο της UGT ο Καταλανός σταλινικός Ρουίθ Πονσέτι, μέλος του PSUC, πρότεινε την κατάργηση των συνδικαλιστικών εκπροσώπων σε όλες τις επιχειρήσεις και επέκρινε την «υπερβολική εφαρμογή της δημοκρατίας στην συγκρότηση των επιχειρησιακών συμβουλίων». Τα γεγονότα πίεζαν τους ελευθεριακούς προς την ίδια κατεύθυνση. Τον Σεπτέμβριο του 1937 το Συνέδριο της CNT, της FAI και της Ελευθεριακής Νεολαίας ζητούσε την άμεση εθνικοποίηση όλων των πολεμικών βιομηχανιών, του εξωτερικού εμπορίου, των ορυχείων και των τραπεζών, καθώς και το πέρασμα των δημοσίων υπηρεσιών της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας στα χέρια των δήμων, ενώ παραδέχονταν την αναγκαιότητα διατήρησης ιδιωτικών επιχειρήσεων στην ελαφρά βιομηχανία, το λιανικό εμπόριο και την μικρή αγροτική ιδιοκτησία, γεγονός που αποτελούσε ρητή απόκλιση από το πρόγραμμα της Σαραγόσα και την «καθαρή» αναρχική γραμμή. Όπως και στα γεγονότα του Μαΐου στην Βαρκελώνη το συνέδριο κατέδειξε το επερχόμενο διαζύγιο μεταξύ της βάσης και των ηγετών της CNT, ως αποτέλεσμα μιας σαφούς διαδικασίας «ολιγαρχοποίησης» [oligarquization] στο εσωτερικό της οργάνωσης». Η ολομέλεια δήλωσε ότι «η CNT έχει κατανοήσει ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια ευημερούσα οικονομία με συλλογική μορφή χωρίς τον κεντρικό έλεγχο και τον συντονισμό των διοικητικών της πτυχών.»
Στις 20 Νοεμβρίου 1937 η Χενεραλιτάτ εξέδωσε το «διάταγμα περί ειδικών παρεμβάσεων», το οποίο έδινε στην κυβέρνηση το δικαίωμα να παρακάμπτει τους επιθεωρητές των εργοστασίων, που ήταν εκλεγμένοι από τους εργάτες. Ως απάντηση σε αυτό το μέτρο και σε άλλες εξελίξεις οι αναρχικοί επιτέθηκαν κυρίως στον «πολλαπλασιασμό του στρατού των παρασίτων» και στην έλλειψη διαφάνειας των αμέτρητων επιτροπών. Την 1η Δεκεμβρίου ο Ρουίθ Πονσέτι δήλωσε στο Συμβούλιο Οικονομίας ότι οι διευθυντές που ορίστηκαν από τους εργαζόμενους δεν έχουν την απαραίτητη τεχνική εκπαίδευση και επομένως είναι ανίκανοι να αναλάβουν διευθυντικές θέσεις.
Τον Ιανουάριο του 1938 πραγματοποιήθηκε μία ακόμα ολομέλεια της CNT. «Σε αυτή την ολομέλεια ήταν ολοφάνερη η τάση για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση των δυνάμεων στα χέρια της ηγεσίας της οργάνωσης» λόγω της προετοιμασίας της από προπαρασκευαστικές συνελεύσεις και της προειλημμένης ημερήσιας διάταξης. Με πρωτοφανή τρόπο η εθνική επιτροπή της οργάνωσης παρενέβη ευθέως σε όλες τις συζητήσεις. «Με την καθιέρωση των επιθεωρητών εργασίας, των συνδικαλιστικών επιτροπών ελέγχου, των διοικητικών και τεχνικών συμβουλίων, ανθρώπων που ήταν υπεύθυνοι για την διανομή της εργασίας (σε πολλές περιπτώσεις με την δικαιοδοσία να απολύουν εργάτες) και διευθυντών με πλήρεις εξουσίες… η CNT μετατράπηκε σε μια γραφειοκρατική-συγκεντρωτική οργάνωση που εγκατέλειψε τις αρχές της αυτονομίας και της λήψης αποφάσεων από τα όργανα της βάσης χάριν της ολοκληρωτικής ιεραρχικής αναδιάρθρωσης και του οικονομικού σχεδιασμού. Η διαδικασία συγκεντροποίησης που επεβλήθη από τον πόλεμο σε κάθε περιοχή δεν σταματά στις πύλες της ίδιας της συνδικαλιστικής οργάνωσης». Ο Άγγλος αναρχικός Βέρνον Ρίτσαρντς παρατηρεί ότι αυτές οι αποφάσεις σήμαναν το τέλος της «CNT ως επαναστατικής οργάνωσης που ελέγχεται από τα μέλη της». Η παρατήρηση αυτή συμπίπτει με την άποψη του Μπέρνεκερ, σύμφωνα με την οποία:
«Η εγκατάλειψη… του αρχικού αναρχικού οικονομικού προγράμματος θα πρέπει να αποδοθεί αφενός στην ερμηνευτική αδυναμία του και σε μια απλουστευμένη αντίληψη για την λειτουργία της οικονομίας, η οποία δεν έγινε κατανοητή ούτε καν στο παραμικρό, και αφετέρου, λόγω του πολέμου, στον αναπόφευκτο οικονομικό συγκεντρωτισμό και εν γένει τον σχεδιασμό που υποστήριξαν από την αρχή οι κομμουνιστές… διαδικασία η οποία οδήγησε από την ‘ελευθεριακή’ συγκρότηση της οικονομίας στον διευθυντικό παρεμβατισμό του κράτους, από την προγραμματική δήλωση του Σεπτεμβρίου του 1936 στην Διευρυμένη Οικονομική Ολομέλεια του 1938, και κατέδειξε την υιοθέτηση ‘αυταρχικών’ συστημάτων οργάνωσης στην βιομηχανία και στην εσωτερική λειτουργία της CNT».
Η διαδικασία αυτή βρήκε αντίθετους τους Φίλους του Ντουρούτι. Οι Φίλοι του Ντουρούτι είχαν μια αδιάλλακτη θέση, η οποία βρισκόταν πλησίον της θέσης που είχε η τροτσκιστική πτέρυγα του POUM. Καλούσαν σε αγώνα όχι μόνο εναντίον των κομμουνιστών του PCE και του PSUC, εναντίον των αστικών κομμάτων, του κράτους, της κυβέρνησης κτλ., αλλά και εναντίον της μετριοπαθούς γραμμής των επιτροπών της CNT και της FAI. Καλούσαν σε μια νέα επανάσταση.

IV. Αγροτικές κολεκτίβες

Σχεδόν ένας χρόνος πέρασε προτού η CNT δημιουργήσει μια αγροτική οργάνωση για ολόκληρη της επικράτεια της Δημοκρατικής Ισπανίας, την Εθνική Ομοσπονδία Αγροτών [Federación Nacional de Campesinos]. Οι αρχές της οργάνωσης, από το καλοκαίρι του 1937, ήταν σε ανοιχτή αντίθεση με ορισμένες βασικές αναρχικές θέσεις. Οι υποχρεωτικές αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο δεν ήταν συμβατές με τις αποφάσεις που προέρχονται «από τα κάτω». Όπως αναφέρει ο Μπέρνεκερ «ύστερα από μια αρχική περίοδο θυσιών, αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας και αρωγής που χορηγούνταν δίχως αντάλλαγμα, οι ενώσεις -όπως συνέβη και στην βιομηχανία- έπρεπε να αγωνιστούν εναντίον του «νέου καπιταλισμού» πολλών πλούσιων κολεκτίβων οι οποίες δεν ήθελαν να βοηθήσουν άλλες ελλειμματικές κολεκτίβες …»

α) Καταλωνία

Στην Καταλωνία στην αρχή υπήρχαν μόνο άτυπα κριτήρια ένταξης στις αγροτικές κολεκτίβες. Η CNT επανειλημμένως δήλωνε ότι οι μικροί ιδιοκτήτες δεν έπρεπε να φοβούνται για την ιδιοκτησία τους. Το ενοίκιο, το ηλεκτρικό ρεύμα, το νερό, τα φάρμακα, τα άσυλα για ηλικιωμένους και αναπήρους ήταν δωρεάν. Όμως, ήδη από τον Αύγουστο του 1936, η κυβέρνηση της Καταλωνίας θέσπισε την υποχρεωτική συμμετοχή των ανεξάρτητων αγροτών στην ένωση των αγροτών της Καταλωνίας· μέτρο το οποίο αποσκοπούσε στην δημιουργία ενός αντίβαρου έναντι της επιρροής της CNT στις βιομηχανικές κολεκτίβες. Οι αγρότες που μίσθωναν γη προσελκύονταν από το PSUC (το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Καταλωνία) λόγω της προπαγάνδας του που απευθυνόταν σε αγρότες μικροκτηματίες. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1937 η κυβέρνηση της Καταλωνίας προσπαθούσε να σαμποτάρει τις αγροτικές κολεκτίβες. Μια περιφερειακή ολομέλεια των αγροτών της CNT, ωστόσο, έθεσε τις κολεκτίβες υπό τον έλεγχο της CNT, της UGT και της αγροτικής ένωσης καλλιεργητών. Αναγνώρισε την χρήση του χρήματος για το εγγύς μέλλον. Στην Καταλωνία υπήρχαν ίσως και 200 αγροτικές κολεκτίβες, αλλά δεν ήταν τόσο σημαντικές όσο ήταν εκεί τα ιδιωτικά αγροκτήματα. Τον Ιούλιο του 1937 η Χενεραλιτάτ απαλλοτρίωσε χωρίς αποζημίωση αγροτικές γαίες που ανήκαν σε πρόσωπα που στήριξαν το φασιστικό πραξικόπημα. Τον Αύγουστο του 1937, μετά τα γεγονότα του Μαΐου του ιδίου έτους, η κυβέρνηση της Καταλωνίας εξέδωσε ένα διάταγμα που προέβλεπε την αναγνώριση των αγροτικών κολεκτίβων διευρύνοντας τον έλεγχο του κράτους πάνω τους.

β) Αραγονία

Μεγάλο μέρος της Αραγονίας είχε στην αρχή πέσει στα χέρια του πραξικοπήματος του Φράνκο. Ιδρύθηκαν πολλές κολεκτίβες εκεί ως φάλαγγες της πολιτοφυλακής ανακτώντας εδάφη που χάθηκαν στο δρόμο για την απελευθέρωση της Σαραγόσα. Η φάλαγγα Ντουρούτι εξάπλωσε την κολεκτιβοποίηση με την ίδρυση περίπου 450 κολεκτίβων συνολικά.
Στα μέσα Φεβρουαρίου του 1937 ιδρύθηκε η Ομοσπονδία Κολεκτίβων της Αραγονίας [Federación de Colectividades de Aragón] για «τον συντονισμό των οικονομικών δυνατοτήτων της περιοχής». Η ομοσπονδία κατήρτισε ένα τυποποιημένο δελτίο οικογενειακής κάρτας συσσιτίου και έκανε σχέδια για την δημιουργία πειραματικών αγροκτημάτων, παιδικών σταθμών και γεωργικών σχολών. Οι νομαρχιακές ομοσπονδίες συστάθηκαν για να ασχοληθούν με το ραδιόφωνο, το ταχυδρομείο, τον τηλέγραφο, τα τηλέφωνα και τα μεταφορικά μέσα. Μοιράστηκαν όπλα στα μέλη των κολεκτίβων. Μια άλλη ομοσπονδία δημιούργησε κεντρικές αποθήκες. Ο ηλεκτρισμός διαδόθηκε στα χωριά και χτίστηκαν νοσοκομεία. Τον Απρίλιο του 1937 μια κολεκτίβα καθιέρωσε την εθελοντική προσχώρηση στους κόλπους της, όπως έγινε στο Λεβάντε. Οι κολεκτίβες θεσμοθέτησαν την υποχρεωτική εργασία για τα άτομα ηλικίας από 18 έως 60 ετών, εξαιρουμένων των εγκύων και των γυναικών που έχουν αναλάβει την φροντίδα των παιδιών, των ασθενών και των ηλικιωμένων. Δημιουργήθηκαν νυκτερινά σχολεία εκμάθησης γραφής και ανάγνωσης. Οι γενικές συνελεύσεις εξέλεγαν μια εκτελεστική επιτροπή, τα μέλη της οποίας ήταν άμεσα ανακλητά. Οι εκλογές γίνονταν βάσει της αρχής «μία ψήφος για κάθε μέλος» ασχέτως της αρχικής μεγάλης ή μικρής συνεισφοράς εκάστου ατόμου σε γη, εργαλεία ή ζώα προς την κολεκτίβα.
Στην πραγματικότητα, η CNT-FAI ουδέποτε είχε κάνει λόγο για «αγροτικές κολεκτίβες» πριν από τον πόλεμο. Στην Αραγονία η CNT δοκίμασε καινούργιους τρόπους ανταλλαγής των αγαθών δίχως την μεσολάβηση χρήματος. Αυτές οι μορφές ανταλλαγής συχνά ποικίλαν από χωριό σε χωριό και συχνά διέφεραν εντελώς μεταξύ τους. Ο Μπόρκεναου τόνισε την ηθική διάσταση των αναρχικών κολεκτίβων και την κατάργηση του χρήματος στο εσωτερικό τους.
Τον Αύγουστο του 1937 ο σταλινικός στρατηγός Ενρίκε Λίστερ, ενεργώντας εντός του πλαισίου της έκκλησης του Κομμουνιστικού Κόμματος προς τους μικροϊδιοκτήτες γης, επετέθη εναντίον των περισσοτέρων κολεκτίβων της Αραγονίας. Η κομμουνιστική προπαγάνδα παρουσίαζε τις κολεκτίβες ως προϊόν βίαιου καταναγκασμού (!) και ως αντιπαραγωγική μορφή αγροτικής οργάνωσης. Εκατοντάδες αναρχικοί συνελήφθηκαν, μέλη της CNT αποκλείστηκαν από την συμμετοχή τους στις τοπικές συνελεύσεις, πολλές κολεκτίβες καταστράφηκαν και η γη τους ιδιωτικοποιήθηκε εκ νέου. Σιταποθήκες ανοίχθηκαν και λεηλατήθηκαν και η σοδειά τους κατασχέθηκε υπέρ του στρατού. Αργότερα, ωστόσο, οι κολεκτίβες ανασυστάθηκαν. Το Κομμουνιστικό Κόμμα αργότερα υπαναχώρησε από την εκστρατεία του κατά της κολεκτιβοποίησης, αλλά η εκστρατεία αυτή είχε φοβίσει πολλά μέλη των κολεκτίβων τα οποία σταμάτησαν να εργάζονται στο εσωτερικό τους και επέστρεψαν στην καλλιέργεια των μικρών ιδιωτικών τους αγροτεμαχίων προ του κινδύνου να μην προλάβουν να μαζέψουν την σοδειά του φθινοπώρου.

γ) Λεβάντε

Από τις 18 έως τις 20 Σεπτεμβρίου 1936 η Περιφερειακή Συνομοσπονδία των Αγροτών του Λεβάντε (FRCL) συνεδρίασε στην Βαλένθια. Εκείνη την στιγμή το 13,2% της γης στο Λεβάντε είχε κατασχεθεί και το 1/3 ήταν οργανωμένο σε κολεκτίβες. Σε ορισμένες από αυτές υπήρξε ολική κολεκτιβοποίηση και κατάργηση του χρήματος. Από το 1938 όλες οι κολεκτίβες είχαν δικά τους σχολεία. Η FRCL βρισκόταν στην κορυφή της πυραμίδας των αγροτικών οργανώσεων, αρχής γενομένης από τις τοπικές ενώσεις και τις κολεκτίβες, στην συνέχεια τις ομοσπονδίες σε επίπεδο νομού και τέλος τις ομοσπονδίες σε επίπεδο επαρχίας. Η FRCL είχε στην διάθεσή της έναν αρκετά μεγάλο αριθμό λογιστών για να συντονίζουν τις προσπάθειες σε υψηλότερο επίπεδο. Το συνέδριο αποφάσισε επίσης οι κολεκτίβες να μην ανακατεύονται με τα μικρά ιδιωτικά αγροτεμάχια, αν οι ιδιοκτήτες τους δεν ανακατεύονται στις κολεκτίβες. Ωστόσο, στις 7 Οκτωβρίου εκδόθηκε ένα διάταγμα προς τους ιδιοκτήτες γης, το οποίο αποσκοπούσε να θέσει τις κολεκτίβες υπό τον έλεγχο του κράτους και να ανακόψει την περαιτέρω εξάπλωσή τους. Έως την άνοιξη του 1937 η αστυνομία και ο στρατός εξαπέλυαν επιθέσεις εναντίον των κολεκτίβων. Παρ’ όλα αυτά, το 1938 υπήρχαν 500-900 κολεκτίβες στο Λεβάντε, στις οποίες συμμετείχε το 40% του πληθυσμού.
Ανεξάρτητα από τις λεβαντίνικες κολεκτίβες, τον Οκτώβριο του 1936 η CNT και η UGT δημιούργησαν τον CLUEA, έναν συνεταιρισμό σε επίπεδο περιφέρειας για τις εξαγωγές πορτοκαλιών, τα οποία αποτελούσαν μια σημαντική τοπική καλλιέργεια. Ο CLUEA ιδρύθηκε με στόχο την κατάργηση των μεσαζόντων και την αύξηση της ροής ξένου συναλλάγματος για την Δημοκρατική Ισπανία. Ωστόσο, αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από την κεντρική κυβέρνηση. Ο Μπόρκεναου αναφέρει επίσης μια διαμάχη μεταξύ της CNT και του PCE, με το τελευταίο να υπερασπίζεται τους πλούσιους αγρότες.

δ) Αλλού

Επίσης, τον Ιούλιο του 1937 σημειώθηκαν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αναρχικών και κομμουνιστών στην αγροτική Καστίλη. Ήταν μία ξεκάθαρη περίπτωση, μεταξύ πολλών άλλων, όπου προφανώς η «οικονομική» πολιτική ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την στρατιωτική στρατηγική. Ο Ντανιέλ Γκερέν στο βιβλίο του «Ο αναρχισμός» υποστηρίζει ότι η αμφιθυμία της κυβέρνησης στην Βαλένθια πάνω στο ζήτημα των κολεκτίβων συνέβαλε στην ήττα της Δημοκρατίας, καθώς οι φτωχοί αγρότες δεν έβλεπαν κανέναν λόγο να αγωνιστούν υπέρ αυτής.

ε) Πανεθνικός συντονισμός

Τον Ιούνιο του 1937, όταν η φορά των γεγονότων είχε στραφεί εναντίον της CNT μετά τον Μάιο του 1937, οι αγροτικές ομάδες της CNT δημιούργησαν μια πανεθνική οργάνωση και διοργάνωσαν μια Πανεθνική Ολομέλεια των Περιφερειακών Αγροτικών Οργανώσεων. Ο νόμος για την προσωρινή νομιμοποίηση των αγροτικών κολεκτίβων ψηφίστηκε τον ίδιο μήνα με σκοπό να εξασφαλιστεί η συγκομιδή της επόμενης χρονιάς, προτού εγκλωβιστούν οι αγρότες κάτω από την ασφυκτική κυβερνητική πίεση. Από το 1936 έως το 1937 το Ινστιτούτο για την Αγροτική Μεταρρύθμιση χορήγησε 50 εκατομμύρια πεσέτες στις κολεκτίβες που θα αποδέχονταν την κρατική παρέμβαση με σκοπό την μείωση της επιρροής της CNT. Πολλοί άνθρωποι που η γη τους είχε απαλλοτριωθεί το καλοκαίρι του 1936 προσπαθούσαν να την πάρουν πίσω. Σύμφωνα με τον Μπέρνεκερ τον Αύγουστο του 1938 υπήρχαν 2.213 νομιμοποιημένες κολεκτίβες, αλλά ο Ρόμπερτ Αλεξάντερ τοποθετεί τον αριθμό πολύ υψηλότερα. Συνολικά 3 εκατομμύρια άνθρωποι σε έναν αγροτικό πληθυσμό 17 εκατομμυρίων συμμετείχαν στην κολεκτιβοποιημένη αγροτική οικονομία. Ο Μαλεφάκης εκτιμά ότι τα 2/3 του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων είχαν περάσει στις κολεκτίβες. Ωστόσο, δεν υπήρχαν κολεκτίβες στις επαρχίες της Βασκίας, της Σανταντέρ και των Αστουριών. Σύμφωνα με τον Μπόλοτεν ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού αντιστάθηκε στην κολεκτιβοποίηση. Επίσης, οι διάφορες κολεκτίβες είχαν διαφορετικούς κανόνες. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές ίδρυσαν σχολεία, έκτισαν πολλές βιβλιοθήκες και κοινωνικά κέντρα [ateneos], μερικά νοσοκομεία και οίκους ευγηρίας, θεσμοθέτησαν επίσημη ηλικία συνταξιοδότησης και έκλεισαν οίκους ανοχής.
Τον Ιούλιο του 1937 η FAI διοργάνωσε Πανιβηρική Χερσονησιωτική Ολομέλεια στην Βαλένθια. Αυτή σήμανε το τέλος του «κλασσικού» ισπανικού αναρχισμού. Η ολομέλεια ψήφισε υπέρ της κατάργησης της χαλαρής οργανωτικής συγκρότησης, που στηριζόταν στις «ομάδες συγγένειας», τις οποίες αντικατέστησε με «τοπικές οργανώσεις».

V. Περισσότερα για τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις

Αναφερθήκαμε σε κάποιο βαθμό στις στρατιωτικές εξελίξεις που λάμβαναν χώρα παράλληλα με τα πολιτικά και οικονομικά γεγονότα που περιγράψαμε παραπάνω, προκειμένου να υπογραμμίσουμε την σταθερή συμμετοχή των αναρχικών στους θεσμούς του Λαϊκού Μετώπου. Τώρα θα προσπαθήσουμε να ολοκληρώσουμε αυτήν την εικόνα από στρατιωτικής απόψεως μετά την αποφασιστική πολιτική καμπή του Μαΐου του 1937.
Τον Δεκέμβριο του 1937 οι δυνάμεις των Δημοκρατικών επιτέθηκαν και κατέλαβαν το Τερουέλ. Ήταν, δυστυχώς, η πιο κρύα πόλη της Ισπανίας, η οποία κατελήφθη στην καρδιά του χειμώνα, με δεκάδες χιλιάδες θύματα και στις δύο πλευρές, πολλά εξαιτίας της έλλειψης τροφής και ρουχισμού σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός. Οι φασίστες ανακατέλαβαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1938. Το γεγονός αυτό ήταν, για άλλη μια φορά, μια καθαρή περίπτωση μιας στρατιωτικής στρατηγικής που ήταν άρρηκτα δεμένη με την πολιτική. Ο πρώην κομμουνιστής στρατιωτικός διοικητής με το παρωνύμιο «Ο Χωρικός» έγραψε πολλά χρόνια αργότερα ότι τα αναρχικά στρατεύματα είχαν σκόπιμα θυσιαστεί με σκοπό να δυσφημιστούν και προκειμένου να αποπεμφθεί ο Ινταλέθιο Πριέτο από την θέση του Υπουργού Αμύνης. Επίσης, τον Φεβρουάριο του 1938 όλες οι κολεκτίβες της Αραγονίας κατελήφθησαν από τα στρατεύματα του Φράνκο, τα οποία ολοκλήρωσαν το έργο της διάλυσής τους, που ξεκίνησε από τον στρατηγό Ενρίκε Λίστερ τον προηγούμενο Αύγουστο. Στις 18 Μαρτίου του 1938, ως απόρροια της κατάρρευσης του μετώπου στην Αραγονία, η CNT και η UGT υπέγραψαν ένα κοινό πρόγραμμα. Το γεγονός αυτό χαρακτηρίστηκε εκείνον τον καιρό με την φράση «ο Μπακούνιν και ο Μαρξ σφιχταγκαλιασμένοι». Το πρόγραμμα χαιρετίστηκε ευρέως από το PCE και το PSUC ως ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός υπέρ της συνδικαλιστικής ενότητας. Έκανε έκκληση για εθνικοποιήσεις (σε αντίθεση με τις προηγούμενες κολεκτιβοποιήσεις) και υπογράμμιζε τον σεβασμό του προς τους αγρότες που δεν ανήκαν σε κολεκτίβες και επιθυμούσαν να διατηρήσουν την ιδιοκτησία τους. Ο πραγματικός στόχος του PCE-PSUC, ωστόσο, ήταν να αποκλείσει τα συνδικάτα από την κυβέρνηση, δεδομένου ότι η CNT ήταν ακόμα το μεγαλύτερο συνδικάτο. Οι επιπλέον παραχωρήσεις της CNT σηματοδοτούσαν το τέλος του ομοσπονδιακού συστήματος των «ελεύθερων δήμων» και την δημιουργία περισσότερο συγκεντρωτικών θεσμών. Το σύμφωνο ήταν «η μεγάλη εγκατάλειψη των παλαιών αρχών και ιδεωδών ως προς την ιδεολογική εξέλιξη του ισπανικού αναρχοσυνδικαλισμού». Αμέσως μετά την υπογραφή του η CNT και η UGT προσχώρησαν στο υπουργικό συμβούλιο του Χουάν Νεγκρίν. Όμως, εξαιτίας των στρατιωτικών γεγονότων που βρίσκονταν σε εξέλιξη, η υλοποίηση του αναρχικού-σοσιαλιστικού προγράμματος πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Η CNT, το αναρχικό συνδικάτο με περισσότερα από ένα εκατομμύριο μέλη, κατέληξε να διατρανώνει τον παραδοσιακό εθνικό πατριωτισμό.
Στις 5 Απριλίου 1938 τα στρατεύματα του Φράνκο κατευθύνθηκαν προς την Μεσόγειο κόβοντας στην μέση την Δημοκρατική Ισπανία. Η CNT στις 30 Απριλίου, με μια απέλπιδα κίνηση επίδειξης δύναμης, προσπάθησε κατά κάποιον τρόπο να επιβάλλει την υιοθέτηση της αγροτικής της πολιτικής εντός των «13 σημείων» της πολιτικής για τον πόλεμο που είχε εκπονήσει η κυβέρνηση Νεγκρίν (προφανώς κατά το πρότυπο των «14 Σημείων» του Γούντροου Ουίλσον). Στην πραγματικότητα, παρά το γεγονός ότι είχε πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη, η CNT είχε αποκλεισθεί από όλα τα σημαντικά κέντρα εξουσίας. Είχε αναγκαστεί να παραιτηθεί από όλες τις απαιτήσεις της περί «κοινοτικοποίησης» ή «κοινωνικοποίηση» της γης. Τόσο το CPE όσο και το POUM τάσσονταν αποκλειστικά υπέρ της εθνικοποίηση. Η συμφωνία αντανακλά τις κομμουνιστικές εκκλήσεις προς τους μικρούς και μεσαίους ιδιοκτήτες γης, οι οποίοι αποτελούσαν το 31% του συνόλου των μελών του CPE τον Φεβρουάριο του 1937. Παρ’ όλα αυτά τον Μάιο του 1938 ο αναρχικός τύπος ισχυριζόταν ακόμη ότι 2.000 επιχειρήσεις είχαν υιοθετήσει τους όρους του διατάγματος περί κολεκτιβοποίησης.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Τόμας: «πριν από την άνοιξη [του 1938] οι αναρχικοί ηγέτες είχαν δικαιολογήσει την συγκατάβασή τους σε τόσες πολλές ταπεινώσεις που είχαν υποστεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα, επειδή πίστευαν ότι θα μπορέσουν να έρθουν σε συμφωνία μαζί του μετά τον πόλεμο, αλλά οι καταστροφές στην Αραγονία είχαν δείξει ξεκάθαρα ότι ο πόλεμος μπορεί να χαθεί. Η κρίση εντός του κινήματος, επομένως, η οποία το ταλάνιζε ολόκληρο το καλοκαίρι, έγινε ακόμη πιο αισθητή, επειδή τα μέλη της CNT εξακολουθούσαν να κατέχουν θέσεις στην κυβέρνηση, από το Υπουργικό Συμβούλιο έως τα κατώτερα όργανα».
Στην πραγματικότητα, μερικοί Δημοκρατικοί πολιτικοί έβλεπαν ευνοϊκά την παράταση του χαμένου πολέμου πιστεύοντας ότι ο επερχόμενος Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θα υποχρεώσει τους Συμμάχους να παρέμβουν στον πλευρό της Δημοκρατίας. Ο Στάλιν, εν τω μεταξύ, έχανε το ενδιαφέρον του για την Ισπανία καθώς προετοίμαζε ανοίγματα προς την Γερμανία, τα οποία κατέληξαν στην υπογραφή του Συμφώνου Στάλιν-Χίτλερ τον Αύγουστο του 1939.
Τον Μάιο του 1938 οι 5.000 από τις 7.000 προαγωγές στον στρατό δόθηκαν σε μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τον Ιούλιο του 1938 η τελευταία μεγάλη επίθεση των Δημοκρατικών ξεκίνησε όταν τα στρατεύματά τους πέρασαν τον ποταμό Έμπρο στην Αραγονία. Το 60% των στρατευμάτων που βρίσκονταν στο μέτωπο αποτελείτο από υποστηρικτές της CNT. Εφόσον η όλη επίθεση πραγματοποιείτο ουσιαστικά από διοικητές του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι αναρχικές μονάδες έμεναν στο μέτωπο για μεγάλες περιόδους χωρίς ανάπαυση, την στιγμή που οι μονάδες του ΚΚ αναπαύονταν. Εν τω μεταξύ πίσω από τις γραμμές βρισκόντουσαν καλά εξοπλισμένες και καλοταϊσμένες δυνάμεις των Guardias de Asalto και της αστυνομίας, οι οποίες δεν είχαν σταλεί στο μέτωπο έως την τελική φάση της επίθεσης του Φράνκο στην Καταλωνία. Στις 15 Νοεμβρίου 1938, τα στρατεύματα των Δημοκρατικών, έχοντας αποδεχθεί την ήττα, αποσύρονταν πίσω από τον ποταμό Έμπρο. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους.
Οι τελευταίοι μήνες του πολέμου έως την τελική νίκη του Φράνκο στις 31 Μαΐου 1939 χαρακτηρίζονται από τις προσπάθειες των Δημοκρατικών να προτείνουν ένα σύμφωνο ειρήνης, τις οποίες ο Φράνκο απέρριψε με περιφρόνηση. Στους μήνες αυτούς έλαβε χώρα και ένα περίεργο επεισόδιο, το πραξικόπημα Κασάδο κατά Νεγκρίν, το οποίο υποστηρίχθηκε στρατιωτικά από τον Θιπριάνο Μέρα, τον αναρχικό διοικητή της 4ης Ομάδας Στρατιών.
Ο συνταγματάρχης Σεχισμούνδο Κασάδο ήταν διοικητής της Στρατιάς του Κέντρου στην Μαδρίτη. Υπήρξε μια μάλλον αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, αλλά αντιτάχθηκε στο ψευδεπίγραφο σχέδιο του Νεγκρίν να αντισταθεί δήθεν μέχρι τέλους, την στιγμή μάλιστα που πολλά μέλη του υπουργικού του συμβουλίου είχαν ήδη βγάλει διαβατήριο και ετοιμαζόντουσαν να φύγουν για την Γαλλία. Ο Κασάδο υποστήριζε την συνθηκολόγηση και διαφώνησε με τον Νεγκρίν επικαλούμενος την απελπιστική κατάσταση που επικρατούσε στην Μαδρίτη και σε ό,τι απέμεινε από τον στρατό των Δημοκρατικών. Η πραγματική του μήνις στρεφόταν εναντίον των κομμουνιστών, οι οποίοι υποστήριζαν κι αυτοί τον πόλεμο μέχρις εσχάτων, τους οποίους ο Κασάδο είχε δει επανειλημμένως να αναμειγνύονται σε στρατιωτικά ζητήματα για δικό τους όφελος. Στις 28 Φεβρουαρίου η Βρετανία και η Γαλλία αναγνώρισαν τον Φράνκο. Ο Κασάδο συντάχθηκε με ανωτάτους μη κομμουνιστές στρατιωτικούς ηγέτες που τάσσονταν υπέρ της συνθηκολόγησης, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος μπορούσε να αποσπάσει από τον Φράνκο μια καλύτερη συμφωνία ειρήνης από ό,τι ο Νεγκρίν. Ο διοικητής της CNT Θιπριάνο Μέρα μετακίνησε τα στρατεύματά του στο επιτελείο του Κασάδο στην Μαδρίτη στις 4 Μαρτίου και το ίδιο βράδυ μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο μια διακήρυξη η οποία υποστήριζε ξανά και ξανά την διενέργεια διαπραγματεύσεων για την σύναψη ειρήνης. Την επόμενη μέρα οι κομμουνιστές διοικητές μετέβησαν στην Μαδρίτη και έως τις 7 Μαρτίου το μεγαλύτερο μέρος της πόλης βρισκόταν υπό τον έλεγχό τους, ενώ στις 8 Μαρτίου πραγματοποιήθηκαν σφοδρές μάχες. Τα στρατεύματα του Μέρα κατέλαβαν τις θέσεις του ΚΚ στις 9 του μηνός. Το υπουργικό συμβούλιο του Κασάδο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, συνέταξε τους όρους για την σύναψη ειρήνης με σκοπό την εκκίνηση διαπραγματεύσεων με τον Φράνκο. Στους όρους αυτούς περιλαμβάνονταν η μη πραγματοποίηση αντιποίνων, η επίδειξη σεβασμού για τους άνδρες των εμπόλεμων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων και των αξιωματικών, και προθεσμία είκοσι πέντε ημερών για να φύγουν από την Ισπανία όλοι όσοι το επιθυμούν. Οι δύο πλευρές διαπραγματεύονταν μια εκεχειρία, επιστρέφοντας στις θέσεις που είχαν στις 2 Μαρτίου. Ο αριθμός των νεκρών του στρατού των Δημοκρατικών που είχαν σκοτωθεί στις συγκρούσεις υπολογίζεται σε 5.000. Σύμφωνα με την γνώμη πολλών αναρχικών ήταν κάτι που έπρεπε ήδη να είχε γίνει τον Μάιο του 1937. Ο Κασάδο τώρα έχοντας επιφορτισθεί την ευθύνη να διαπραγματευθεί την συνθηκολόγηση με τον Φράνκο προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο για να δώσει την δυνατότητα σε πολύ κόσμο να εγκαταλείψει την χώρα. «Ο Φράνκο εξέφρασε την ευχαρίστησή του για το ότι τον απάλλαξε από τον μπελά να συντρίψει τους κομμουνιστές».
Ο Κασάδο δεν κατόρθωσε να αποσπάσει περισσότερες παραχωρήσεις από ό,τι ο Νεγκρίν και κατάφερε μονάχα να κερδίσει χρόνο προκειμένου η δημοκρατική ελίτ, αλλά όχι και ο απλός κόσμος. να μπορέσει να φύγει από την Ισπανία. Στις 31 Μαρτίου 1939 ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε.

VI. Πώς η εργατική τάξη μπορεί να αναλάβει σήμερα την διοίκηση της κοινωνίας;

«Δημιουργήθηκε σιγά-σιγά μια εξαίσια ενότητα μεταξύ ανθρώπων που προέρχονταν από όλες τις τάξεις και απ’ όλα τα κόμματα, οι οποίοι κατάλαβαν, όπως και εμείς, ότι η επανάσταση είναι κάτι διαφορετικό από τον αγώνα στους δρόμους και ότι σε μια πραγματική επανάσταση αυτοί που διαθέτουν το πνεύμα και την βούληση να συνεισφέρουν την σωματική, πνευματική, διοικητική ή τεχνική τους βοήθειά στον κοινό σκοπό δεν έχουν τίποτα να χάσουν».
Ντιέγο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν, Porque Perdimos la Guerra (1940)
[«Γιατί χάσαμε τον πόλεμο»]

Ο κύριος σκοπός μας εδώ είναι να διερευνήσουμε τις συνέπειες της επί δεκαετίες «απολίτικης» και «αντιπολιτικής» στάσης του ισπανικού αναρχικού κινήματος. Είδαμε τις συνέπειες της απόφασής του στην αρχή να επιτρέψει στο αστικό κράτος να παραμείνει όρθιο και στην συνέχεια να προσχωρήσει σε αυτό. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα γινόταν εάν, αντιθέτως, είχε προβεί στην καταστροφή του.
Είναι φανερό ότι η ισπανική επανάσταση υπέφερε ακόμη περισσότερο από την διεθνή απομόνωσή της από ότι η Ρωσική Επανάσταση. Την περίοδο 1917-1921 όχι μόνο υπήρχαν μαζικά ριζοσπαστικά κινήματα σε τριάντα χώρες, αλλά και οι κυριότερες καπιταλιστικές δυνάμεις ήταν αποδυναμωμένες και ηθικά απαξιωμένες ύστερα από τέσσερα χρόνια άσκοπης αλληλοσφαγής. Χωρίς τις αντεπαναστατικές υπηρεσίες που προσέφερε η σοσιαλδημοκρατία σε χώρες-κλειδιά, και κυρίως στην Γερμανία, οι καπιταλιστές θα είχαν χάσει.
Σήμερα δεν μπορούμε να προβλέψουμε την συγκεκριμένη κατάσταση μέσα στην οποία η εργατική τάξη θα αναλάβει την εξουσία διαμέσου μιας επανάστασης από ό,τι θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει οι ισπανοί αναρχικοί όταν διεξήγαγαν το συνέδριό τους τον Μάιο του 1936, στο οποίο είναι αλήθεια έβλεπαν τα πράγματα με κάπως ειδυλλιακό τρόπο. Χάρη, όμως, στην πολύ μεγαλύτερη διασύνδεση που δημιουργείται λόγω της παγκοσμιοποίησης μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν θα περιοριστεί σε μία μόνο χώρα, τουλάχιστον όχι για πολύ. Παρ ‘όλα αυτά, μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι προς το παρόν (2013) η διεθνής ριζοσπαστική Aριστερά δεν δίνει σχεδόν καθόλου μεγαλύτερη προσοχή στην έκκληση του Αμπάδ ντε Σαντιγιάν να σκεφτούμε πιο συγκεκριμένα για το τι πρέπει να κάνουμε αμέσως μετά την ανάληψη της διοίκησης της κοινωνίας ύστερα από μια επανάσταση από ό,τι οι σύντροφοί της πριν από περισσότερα από 75 χρόνια.
Όπως οι αναρχικοί και οι αναρχοσυνδικαλιστές εκείνης της εποχής, εξ όσων έως τώρα γνωρίζω, έτσι και σήμερα, δεν υπάρχει σημαντικό μαχητικό ρεύμα, μαρξιστικό ή αναρχοσυνδικαλιστικό, που να έχει ασχοληθεί στα σοβαρά με το ζήτημα του πώς συγκεκριμένα θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση σε μια άλλη κοινωνία ύστερα από την ανατροπή του καπιταλισμού. Υπάρχει πάντοτε η επόμενη συνεδρίαση, η επόμενη δράση στον δρόμο, η επόμενη απεργία, η επόμενη σύγκρουση, η επόμενη απεργία πείνας στις φυλακές, το επόμενο περιστατικό αστυνομικής βίας, και αυτά όντως είναι εύλογα ζητήματα για να ασχοληθεί κανείς. Όμως, μια τέτοια τυπική σύλληψη του ακτιβισμού στην πραγματικότητα αναπαράγει με διαφορετικό τρόπο την παλιά φραστική διατύπωση του διαβόητου ρεφορμιστή Έντουαρντ Μπερστάιν στην πολεμική του με την Ρόζα Λούξεμπουργκ ότι «το κίνημα είναι το παν, ο στόχος δεν είναι τίποτα». Το πρόβλημα είναι να τοποθετηθεί ο «στόχος» στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής του κινήματος, αλλά αυτό απαιτεί μια επανεξέταση των προτεραιοτήτων.
Έχουν υπάρξει πολύ καλές δικαιολογίες για την αποφυγή της περιγραφής ενός μακροπρόθεσμου οράματος, αρχής γενομένης από την κριτική του Μαρξ στις εμπεριστατωμένες περιγραφές της νέας κοινωνίας που είχαν διατυπώσει οι ουτοπικοί σοσιαλιστές, όπως ο Όουεν, ο Φουριέ ή ο Σαιν Σιμόν. Έχουμε ήδη αναφερθεί στην σχέση μεταξύ αυτού του είδους αφηρημένης ουτοπικής σκέψης των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα και του κλασσικού αναρχισμού στην τέταρτη θέση του πρώτου μέρους αυτού του κειμένου. Στην αντίληψη του Χέγκελ και του Μαρξ περί μιας εξελισσόμενης αυτενεργούμενης ολότητας η απάντηση εμπεριέχεται στην ίδια την ερώτηση, και το «Μανιφέστο» μάς συνιστά –πράγμα που και πάλι αναφέρθηκε προηγουμένως- να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι σε κάθε «ιδέα που ξεπηδάει από το κεφάλι ενός παγκόσμιου μεταρρυθμιστή» αντιπαραθέτοντας σε αυτήν το «πραγματικό κίνημα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας». Αυτή η επιμονή στην «εμμένεια» [immanence] των λύσεων έναντι κάθε τεχνητού προτύπου που επιβάλλεται έξωθεν στην παγκόσμια ιστορική διαδικασία είναι ολόσωστη.
Η μέθοδός μας είναι επομένως διαφορετική. Ξεκινάμε ακριβώς από την αναλυτική καταγραφή της παγκόσμιας υλικής παραγωγής και πάνω απ’ όλα από την υλική αναπαραγωγή όσων ασχολούνται με αυτήν. Σε αυτήν περιλαμβάνονται ζητήματα που άπτονται της αναπαραγωγής της φύσης, όπως η κλιματική αλλαγή, η λύση στην οποία, όπως η διανομή των παγκόσμιων πόρων, αναγκαστικά και προφανώς βρίσκεται πέραν οποιωνδήποτε «τοπικιστικών» λύσεων, όπως αυτές που συχνά στάθηκαν εμπόδιο στις βιομηχανικές και αγροτικές κολεκτίβες στην Ισπανία. Αυτή είναι η συγκεκριμένη ολιστική μέθοδος του Χέγκελ και του Μαρξ, η οποία «ενεργεί επί του εαυτού της» στην αναπαραγωγή του κόσμου και εκκινεί από την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Στρέφουμε την προσοχή μας στους συγκεκριμένους αγώνες της «εργατικής δύναμης που βρίσκεται σε αντίφαση με τον εαυτό της», δηλαδή με το κεφάλαιο, από τους μεταλλωρύχους του Μαρικάνα της Νοτίου Αφρικής έως τα 120.000 «περιστατικά» (απεργίες, ταραχές, συγκρούσεις για την απαλλοτρίωση γης) που σημειώνονται κάθε χρόνο στην Κίνα, τους αγώνες κατά της ιδιωτικοποίησης του φυσικού αερίου και του νερού στην Βολιβία, τις απεργίες και τις ταραχές στην Ελλάδα κατά της λιτότητας που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση, τις μαχητικές απόπειρες των Αιγυπτίων εργατών να βρουν τον δρόμο της ανεξαρτησίας τους τόσο από τον στρατό όσο και από τους ισλαμιστές, τις κινητοποιήσεις των δημοσίων υπαλλήλων στο Ουισκόνσιν, το Οχάιο και την Ιντιάνα κατά των επιθέσεων που δέχονται οι μισθοί και τα επιδόματά τους. Οι περισσότερες από αυτές τις εκρήξεις, που συχνά είναι αρκετά εντυπωσιακές, αποτελούν ενέργειες της τάξης «αυτής καθαυτήν», όσο μαχητικές κι αν είναι, που βρίσκεται καθ’ οδόν για να γίνει τάξη «για τον εαυτό της», δηλαδή τάξη που είναι έτοιμη να θέσει μια εναλλακτική κοινωνική κατάσταση πραγμάτων βάσει της αυτοαναγνώρισής της και να γίνει πρωταγωνίστρια των εξελίξεων ευθύς μόλις αποκτήσει επίγνωση των καθηκόντων της, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως την διαφαινόμενη εναλλακτική λύση. Στους αγώνες αυτούς αναζητούμε τις ενδείξεις της μελλοντικής συγκρότησης μιας «τάξης για τον εαυτό της», όπως για παράδειγμα στην αυξανόμενη αναγνώριση από μεριάς των εργαζομένων στα μέσα μεταφοράς της ειδικής δύναμης που διαθέτουν, αφού μπορούν να διακόψουν την λειτουργία «νευραλγικών σημείων» του συστήματος, γεγονός που αποτελεί μια αχίλλειο πτέρνα της «παγκοσμιοποίησης».
Η Ισπανία του 1936 ήταν μια κοινωνία στην οποία η μεγάλη πλειοψηφία των εργατών και των αγροτών έδινε μεγάλη σημασία στην αξία της εργασίας της και η δημοκρατική αυτοδιαχείριση των υφιστάμενων μέσων παραγωγής αποτελούσε το εύλογο επόμενο προγραμματικό βήμα, όπως συνέβη και στις εργατικές εκρήξεις κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 (Μάιος-Ιούνιος στην Γαλλία, «άγριες απεργίες» στην Βρετανία από το 1955 έως το 1972, αμερικανικές «άγριες απεργίες» στην αυτοκινητοβιομηχανία, τους φορτηγατζήδες, τις τηλεπικοινωνίες, τα ταχυδρομεία την δεκαετία του 1970, μολονότι απολάμβαναν ένα κατά πολύ διαφορετικό επίπεδο διαβίωσης.
Τούτο προφανώς εξακολουθεί να παραμένει και σήμερα ζήτημα πρωταρχικής σημασίας, αλλά η καλπάζουσα οικονομική παρακμή και ο πολλαπλασιασμός κοινωνικά άχρηστων και επιζήμιων δραστηριοτήτων (γεγονός που είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη από την δεκαετία του 1970) έχουν φθάσει σε τέτοιο επίπεδο όπου πολλοί εργάτες θα ψήφιζαν να καταργηθούν οι δουλειές τους παρά να τις θέσουν υπό εργατικό έλεγχο, μέσα σε μια γενικότερη στρατηγική για την αποδέσμευση του συνόλου της εργατικής δύναμης και της δραστικής μείωσης της εργάσιμης ημέρας. Αυτό είναι ένα καίριο σημείο, το οποίο ένα αναπτυσσόμενο επαναστατικό κίνημα πρέπει να διαδώσει σήμερα σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Όσοι εργάζονται στην κρατική γραφειοκρατία, στην γραφειοκρατία των εταιρειών, στον χρηματοπιστωτικό-ασφαλιστικό-κτηματομεσιτικό τομέα, ως ταμίες, ως εισπράκτορες διοδίων, για να αναφέρουμε μερικά πρώτα παραδείγματα, είναι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, μισθωτοί προλετάριοι σαν κι αυτούς που παράγουν υλικά εμπορεύματα, όπως αυτοκίνητα, ψωμί, χάλυβα ή σπίτια αλλά επίσης και πυρηνικά υποβρύχια ή όπλα μαζικής καταστροφής (π.χ. μη επανδρωμένα βομβαρδιστικά αεροσκάφη). Ενώ είναι εύλογο ότι μια κοινωνία μετά την κατάργηση της εμπορευματικής παραγωγής δεν θα παράγει πλέον τα τελευταία, το σημαντικό σημείο είναι ότι για την μισθωτή εργατική δύναμη συνολικά δεν υπάρχει «πραγματικές» αξίες χρήσης ξεχωριστά από τις μορφές παραγωγής που κατά καιρούς επιβάλει το κεφάλαιο και όλα θα κριθούν και θα μετασχηματισθούν από την ουσιαστική δυνατότητα παραγωγής αξιών χρήσης που θα ικανοποιούν τις παγκόσμιες ανάγκες και έχουν ως επίκεντρό τους την αναπαραγωγή της έσχατης αξίας χρήσης, της εργατικής δύναμης. Τα εκατομμύρια αυτοκίνητα και φορτηγά που παράγονται ετησίως εμφανίζονται σήμερα εμπειρικά ως «αξίες χρήσης», αλλά θα πρέπει να αναλογισθούμε την πραγματική τους αξία σε σχέση με τις υπάρχουσες δυνατότητες μαζικής μεταφοράς, τόσο εντός των πόλεων όσο και μεταξύ αυτών, να προσδιορίσουμε την αληθινή τους «αξία χρήσης» εντός της ολότητας. Η αλήθεια, όπως έδειξε ο Χέγκελ πριν από διακόσια χρόνια, βρίσκεται στο όλον και το επαναστατικό κίνημα πρέπει ν’ αρχίσει διαδίδοντας τις παραπάνω πραγματικότητες σε ευρύτερα στρώματα εκτός από το να ασχολείται με την διαδήλωση της επόμενης εβδομάδας.
Η δυνητική παραγωγικότητα των εργατικών μαζών, όταν αυτές θα αρχίσουν να δημιουργούν έναν καινούργιο κόσμο, είναι αφάνταστη. Για να επιστρέψουμε όμως για λίγο στην Ισπανία, το 1936 στην Καταλωνία δεν υπήρχε καν πολεμική βιομηχανία. Ύστερα από την ήττα του πραξικοπήματος του Φράνκο τον Ιούλιο, 800 εργοστάσια στην Βαρκελώνη μετετράπησαν σε βιομηχανικές κολεκτίβες και οργανώθηκαν σε ενιαίο σύνολο για να δημιουργήσουν μια πολεμική βιομηχανία κάτω από τις πιεστικές ανάγκες του πολέμου. Σύμφωνα με ξένους στρατιωτικούς παρατηρητές οι Καταλανοί εργάτες μέσα σε δύο μήνες επέτυχαν την υπαγωγή των εργοστασίων στην πολεμική παραγωγή σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτόν που πέτυχε η Γαλλία τα πρώτα δύο χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ελπίζουμε η επανάστασή μας να μην επιβαρυνθεί με τις ίδιες επείγουσες ανάγκες του εμφυλίου πολέμου (παρ’ όλο που αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί). Το ζήτημα είναι η τρομερή ενέργεια που βρίσκεται σήμερα εγκλωβισμένη μέσα στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις να μπορέσει, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να μετασχηματίσει ολοκληρωτικά αυτές που γίνονται αντιληπτές ως «αξίες χρήσης», όταν οι απλοί εργαζόμενοι άνθρωποι δουν «την πλαζ που κρύβεται κάτω από το πεζοδρόμιο», όπως έλεγε κι ένα σύνθημα του Μάη του 1968 στην Γαλλία.
Σήμερα μια επαναστατική οργάνωση πρέπει, τέλος, να εφαρμόσει στον ίδιο της τον εαυτό αυτή την αίσθηση της ολότητας για την οποία είχαν μιλήσει ο Χέγκελ και ο Μαρξ. Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα μια έντιμη αποτίμηση της πραγματικής της κατάστασης μέσα στην ευρύτερη παγκόσμια ανάπτυξη της μετατροπής της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της». Πρέπει να αναγνωρίσει το προβάδισμα του «πραγματικού κινήματος» και να θεωρήσει ως κύριο στόχο της την κατάργησή της ως ξεχωριστή ομάδα όταν αυτή θα έχει εκπληρώσει τα καθήκοντα της. Πρέπει να προσπαθήσει να δημιουργήσει στο εσωτερικό της σχέσεις οι οποίες όσο το δυνατόν περισσότερο θα προσεγγίζουν τις σχέσεις που θα διέπουν τους ανθρώπους μεταξύ τους σε μια απελευθερωμένη ανθρωπότητα, πράγμα που σημαίνει να ασχοληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο, εκτός και πέρα από την εκπλήρωση των απαραίτητων καθηκόντων της καθημερινής αγωνιστικής δράσης, με την ανάλυση των παγκοσμίων παραγωγικών δυνάμεων και πάνω απ’ όλα της εργατικής δύναμης και να παρακολουθήσει την πορεία ωρίμανσης των αγώνων. Πρέπει να θέσει σε προτεραιότητα την «εσωτερική εκπαίδευση» ξεκινώντας από την ιστορία και την θεωρία του επαναστατικού κινήματος. Πρέπει να προσπαθήσει να περιλάβει οτιδήποτε αξιόλογο υπάρχει στην σύγχρονη κουλτούρα, την σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία και να απευθυνθεί σε εκείνα τα πολιτιστικά και τεχνικά στρώματα που έχουν την ανάγκη να συνδέσουν την τύχη τους με την κομμουνιστική επανάσταση. Πρέπει να εξοικειωθεί με την στρατιωτική στρατηγική και τις διάφορες παραδόσεις της: του Ένγκελς, του Τρότσκι, του Μάχνο ή του Θιπριάνο Μέρα (πρώην οικοδόμου). Πρέπει να πραγματοποιήσει, με δυο λόγια, την προπαρασκευή για την ανάληψη της παραγωγής και της αναπαραγωγής. Όσο καλύτερα το κίνημα είναι προετοιμασμένο τόσο πιο ομαλή και λιγότερο βίαιη θα είναι αυτή η ανάληψη της διοίκησης της κοινωνίας.

Τίτλος πρωτοτύπου:
Loren Goldner, The Spanish Revolution, Past and Future:
Grandeur and Poverty of Anarchism;
How the Working Class Takes Over (or Doesn’t), Then and Now (2013)

Πηγή: ιστοσελίδα Break their Haughty Power
http://home.earthlink.net/~lrgoldner/
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε επίσης στο περιοδικό Insurgent Notes, No. 9, Οκτώβριος 2013 και στην ιστοσελίδα http://insurgentnotes.com/

Το άρθρο μεταφράστηκε στα ελληνικά και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Το Ένζυμο – Για μια κοινωνία χωρίς τάξεις», Νο. 2, Ιούνιος 2014, περιοδικό των Συντρόφων Διεθνιστών https://engymo.wordpress.com