Ο Ντόναλντ Τραμπ θα είναι ο επόμενος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό που φαινόταν αδιανόητο κατέστη εντελώς πραγματικό. Είναι ό,τι ακριβώς προβλέψαμε στο κύριο άρθρο του τελευταίου τεύχους του περιοδικού μας[1], το οποίο προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να το διαβάσουν.

Η Χίλαρυ Κλίντον κατόρθωσε να κερδίσει την λαϊκή ψήφο με διαφορά πλέον των 2 εκατομμυρίων ψήφων από τον αντίπαλό της. Επομένως, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν συνιστά ακριβώς λαϊκή εντολή για τον Τραμπ. Η χώρα δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο διχασμένη απ’ ό,τι ήταν πριν από την ημέρα των εκλογών. Η εκλογή του Τραμπ θεωρείται νόθα από μια μεγάλη μάζα ανθρώπων, γεγονός το οποίο καταδεικνύουν οι διαμαρτυρίες που πραγματοποιούνται σε ολόκληρη την χώρα και η διάδοση διαφόρων ειδών σχεδίων λαϊκής άμυνας εκ μέρους των ατόμων που μπορούν να καταστούν τα πλέον ευάλωτα εάν πραγματοποιήσει ορισμένα από τα σχέδιά του.

Οι υποσχέσεις του Τραμπ προς τους εργάτες που τον ψήφισαν δεν θα πραγματοποιηθούν καθ’ οιονδήποτε σημαντικό βαθμό. Κατά την γνώμη μας αυτό ακριβώς το γεγονός θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πραγματικό ξεκίνημα. Το δέκα επτά τοις εκατό των ανθρώπων που ψήφισαν Τραμπ είχαν υποστηρίξει προηγουμένως τον Σάντερς. Εκατό εκατομμύρια δεν ψήφισαν, και αυτοί αποτελούν το πλειοψηφούν κόμμα της αποχής. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς γιατί αυτοί οι ψηφοφόροι δεν πήγαν να ψηφίσουν. Αυτό που μπορούμε να υποθέσουμε είναι ότι ήσαν απλούστατα πολύ απασχολημένοι με την ενασχόλησή τους με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής: την υπερβολική εργασία, την φροντίδα των παιδιών πριν και μετά την δουλειά, την δημιουργία ή την διακοπή ερωτικών δεσμών, την είσοδο ή την έξοδό τους από την φυλακή, την φροντίδα των ασθενών και των ηλικιωμένων μελών της οικογένειας, την αντιμετώπιση σοβαρών επεισοδίων εξάρτησης από ναρκωτικά διαφόρων ειδών, την μάχη με τους δαίμονες που οδηγούν πάρα πολλούς ανθρώπους στην αυτοκτονία. Πάντως είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι πάρα πολλοί από αυτούς δεν ψήφισαν επειδή θεωρούν ότι τα πράγματα βαίνουν καλώς. Εν πάσει περιπτώσει, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θεώρησαν πως το αποτέλεσμα των εκλογών δεν θα έχει καμία ουσιαστική σημασία.

Ένας φίλος, αριστερός ακτιβιστής που παρακολουθεί επί χρόνια την σκληρή Δεξιά, μάς είπε ότι πολλοί άνθρωποι που προσελκύονται από αυτήν θα μπορούσε εναλλακτικά να τους προσελκύσει ένα συνεκτικό όραμα διαφορετικό από την καπιταλιστική κοινωνία, το οποίο έως τώρα δεν υφίσταται. Δεν πρόκειται πάντως να τους προσελκύσει η υποστήριξη της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, ασχέτως του πώς αυτή ενδύεται με τις φιλελεύθερες αντιλήψεις της κατανόησης, της ανοχής και της ευκαιρίας. Όπως γράφει ένας φίλος από την Δυτική Βιρτζίνια: «Ο ρατσισμός ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα της απέχθειας προς το κατεστημένο»[2]. Νομίζουμε πως έχει δίκιο, και αυτός είναι ένας λόγος για να μην μας πιάνει απελπισία. Θα πρέπει να υποστηρίξουμε όλους όσοι αποτελέσουν στόχο επιθέσεως. Όμως αυτή η υπεράσπιση δεν θα οδηγήσει πουθενά εάν προσλάβει μια κατηχητική και ηθικιστική μορφή. Μια στρατηγική υπεράσπισης θα πρέπει να συνδυαστεί με μια προσέγγιση προς την εργατική τάξη και την φτωχολογιά που (όπως και στο Μπρέξιτ) ψήφισαν ως κοινωνικές ομάδες που πλήττονται σφοδρά από την λεγόμενη «νέα οικονομία». Ουδείς μείζων υποψήφιος για την προεδρία δεν είχε ποτέ απευθυνθεί[3] σε κατεστραμμένους εργάτες κεντρικών μεσοδυτικών πολιτειών[4] ακόμη κι αν οι λόγοι που επικαλέσθηκε (Κίνα, παγκόσμιο εμπόριο) είναι επίπλαστοι. Το μεγαλύτερο μέρος της φιλελεύθερης και γιαλαντζί αριστερής συμμαχίας είναι συγκεκαλυμμένα ή ανοικτά αντεργατικό και το δείχνει. Υπάρχουν άνθρωποι στο στρατόπεδο της Χίλαρυ που είναι εχθροί μας και υπάρχουν άνθρωποι στο στρατόπεδο του Τραμπ που είναι οι δυνητικοί μας σύμμαχοι, εάν εφαρμόσουμε την κατάλληλη τακτική για να τους προσεγγίσουμε. Θα πρέπει να απορρίψουμε εξ αρχής τον ψευδή διαχωρισμό «αριστερά» και «δεξιά», σύμφωνα με την επικρατούσα πολιτική αντίληψη, την αντίληψη των μίντια κτλ., και να προσανατολισθούμε στο «συνταίριασμα» των δυνητικά φίλιων δυνάμεων που βρίσκονται και στα δύο στρατόπεδα για να το στρέφουμε εναντίον των αντιπάλων μας που βρίσκονται επίσης και στα δύο στρατόπεδα.

Τίτλος Πρωτοτύπου: We’re Tempted to Say We Told You So, But We Won’t

Πηγή: Insurgent Notes, Editorial, Issue 14, November 20, 2016

[1] President Trump?, Insurgent Notes, Issue 13, Οκτώβριος 2016, http://insurgentnotes.com/2016/10/editorial-president-trump/

[2] Για την ακρίβεια η φράση στο πρωτότυπο είναι: “Racism was the icing on the ‘fuck you’ cake.” (Σ.τ.Μ.)

[3] Αυτό που ουδείς μείζων προεδρικός υποψήφιος δεν έκανε, το έκανε ο Τραμπ. Βλ. σχετικά President Trump?, Insurgent Notes, Issue 13, Οκτώβριος 2016, http://insurgentnotes.com/2016/10/editorial-president-trump/ καθώς επίσης και ένα εξαιρετικό άρθρο: Unneccessariat, https://morecrows.wordpress.com/2016/05/10/unnecessariat/, το οποίο επισημαίνει ότι η υψηλότερο υποστήριξη προς τον Τραμπ προήλθε από περιοχές με τα υψηλότερα ποσοστά θανάτων από αυτοκτονία, ναρκωτικά και αλκοόλ, γεγονός το οποίο καταδεικνύεται ενδεικτικά από σχετικό άρθρο της Washington Post, Deaths predicts whether people vote for Donald Trump, https://www.washingtonpost.com/news/wonk/wp/2016/03/04/death-predicts-whether-people-vote-for-donald-trump/. (Σ.τ.Μ.)

[4] Πρόκειται για τις πρώην βιομηχανικές κεντρικές μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ (Οχάιο, Μίσιγκαν, δυτική Πενσυλβανία, Γουισκόνσιν), που ονομάζονται και «Ζώνη Σκουριάς», εξαιτίας της ραγδαίας παρακμής της βιομηχανίας που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 και άφησε πίσω της μόνο την «σκουριά» των μηχανημάτων και των εγκαταστάσεων. (Σ.τ.Μ.)